Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ
























ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : ΛΑΪΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ '40




«Νά σᾶς θυμίσω κάτι ἱστορικό, ἐγώ τό ἔζησα, ἤμουνα παιδάκι, τόν ἄνανδρο καί ἀσεβῆ τορπιλισμό τῆς «Ἕλλης», τό καταδρομικό πλοῖο πού εἴχαμε μέσα στό λιμάνι τῆς Τήνου τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς Της. Ξέρετε γιατί νικήσαμε τούς Ἰταλούς; Νά σᾶς πῶ γιατί. Γιατί πολέμησε μαζί μας ἡ Θεοτόκος, γιά νά ξεβγάλει τήν προσβολή πού Τῆς ἔκαναν στή γιορτή Της. Καί ἄν θέλετε, δέν τό λέω ἐγώ αὐτό, τό ἔχω ἀκούσει ἀπό στρατιωτικά χείλη αὐτό!».
(Σειρά Α’, ὁμιλία 102η)

«Ἐνθυμοῦμαι, ἀγαπητοί, κατά τόν πόλεμο τοῦ ’40 ἀλλά καί τήν γερμανική κατοχή ἐγέμιζαν οἱ ἐκκλησίες. Ὅποιος ἀπό σᾶς εἶναι ἡλικιωμένος θά τό θυμᾶται αὐτό. Γέμιζαν οἱ ἐκκλησίες, γιατί κάποιο παιδί, κάποιος πατέρας, κάποιος ἀδελφός ἦταν στρατιώτης καί κινδύνευε νά φονευθεῖ, καί ἔτρεχε ἡ μάνα, ἡ ἀδελφή, ἡ σύζυγος στήν ἐκκλησία ξημερώματα, νά προσευχηθοῦν, νά φυλάξει ὁ Θεός τό γιό, τό σύζυγο, τόν ἀδελφό. Ἐλευθερωθήκαμε καί ἄδειασαν οἱ ἐκκλησίες. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἔκανε; Κάποιο συμφέρον εὐτελές, μία ἰδιοτέλεια, ὄχι γιά λόγους πνευματικούς. Καί ἀποκαλύπτεται ἐδῶ ὅτι δέν ὑπῆρχε βάθος μετάνοιας. Δηλαδή, μία θρησκευτικότητα πού ἐπιβάλλεται ἀπό τό φόβο. Φοβόμαστε καί τρέχομε κοντά στό Θεό, ὄχι ὅμως ἀπό ἀγάπη στό Θεό.
Ἀγαπητοί μου, ἄν θά εἶχα νά σᾶς ἀφήσω μία παραγγελία ἀπό ὅσα σᾶς ἔχω πεῖ τόσα χρόνια, τόσες δεκαετίες, θά ἦταν αὐτό πού θά σᾶς πῶ τώρα: Μήν πλησιάζετε τό Θεό, γιατί ἔχετε κάποια αἰτήματα, κάποια θέματα, νά εἴμαστε ὑγιεῖς, νά βγάζουμε τό ψωμί μας τό καθημερινό, νά ἔχομε μία ἀσφάλεια κοντά στό Θεό, νά μήν πάθομε τοῦτα ἤ ἐκεῖνα. Ὄχι. Καλά εἶναι ὅλα, ναί, ἀλλά ἐκεῖνο πού ἔχω νά σᾶς πῶ εἶναι: Προσεγγίζετε τό Θεό, γιατί φτάσατε νά τόν ἀγαπᾶτε. Καί ἄν ὁ Θεός σᾶς παραδώσει σέ δοκιμασίες, μή στραφεῖτε ἐναντίον Του. Ὅταν κρίνει ὁ Θεός, ἐκεῖνον πού τόν ἀγαπᾶ τόν δοκιμάζει, ὄχι γιά νά μάθει ποιός εἶναι, ἀλλά γιά νά μάθει ὁ δοκιμαζόμενος ποιά πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη του στό Θεό. Ἔτσι, βλέπετε ἁγίους ἀνθρώπους νά τούς δοκιμάζει ὁ Θεός. Νά πῶ γιά τόν Ἰώβ, νά πῶ γιά τόν Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ καί τούς μάρτυρες; Ὅλους αὐτούς ὁ Θεός τούς ἐδοκίμασε. «Κύριε, ἐγώ σέ ἀγαπῶ καί Ἐσύ μέ ἀφήνεις νά ὑποστῶ μαρτύριο;». Ἀλλά ὁ ἀληθινά ἀγαπῶν τό Θεό ποτέ δέ θά τό πεῖ αὐτό. Θά πεῖ: «Ἐπειδή σέ ἀγαπῶ, γι’ αὐτό καί στό μαρτύριο θά πάω!». Εἶναι ἐκεῖνο πού ἔλεγε ὁ Παῦλος: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;». Δέν εἶπε: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ», ἀλλά «ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ». Πολλοί λένε ὅτι πιστεύουν, ἀλλά δέν ἔχουν ἀνεπτυγμένη τήν ἀγάπη, ὄχι τήν ἀγάπη στόν πλησίον, ἀλλά τήν ἀγάπη στό Χριστό. Δέν μπορεῖς νά ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὀρθῶς, ἄν δέν ἀγαπήσεις τό Χριστό! Καί ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τό Χριστό, ἀγαπᾶ καί τίς εἰκόνες Του, τόν πλησίον του. Διαφορετικά, ἔχομε οὐμανισμούς κτλ. Ἄν περάσομε δύσκολες μέρες, δέν θά μᾶς σώσει ἡ πίστη, ἀλλά θά μᾶς σώσει ἡ ἀγάπη στόν Ἰησοῦ Χριστό! Σᾶς τό καταθέτω».
(Ἠσαΐας, ὁμιλία 68η)


«Θυμᾶμαι ἐκεῖνες τίς δύσκολες μέρες τῆς κατοχῆς, ἀγαπητοί, πού ὅλα ἦταν ἄσχημα, ὁ λαός μας ἔτρεχε στίς ἐκκλησίες, ἦταν γεμάτες οἱ ἐκκλησίες! Ὅταν ἐλευθερωθήκαμε, τότε οἱ πολλοί πιά δέν ἐκκλησιάζονταν. Τότε ἄρχισε καί τό ἄνοιγμα τῶν διασκεδάσεων καί τῆς ἐπανάληψης, δυστυχῶς, ἐκείνων τῶν φοβερῶν ἁμαρτιῶν, πού σήμερα δρέπομε ἐκείνους τούς καρπούς. Γιατί ἡ κακοπάθεια πού εἴχαμε ἀπό τήν πολεμική περιπέτεια δέν μᾶς συνέτισε, γιατί δέν φοβηθήκαμε τόν γνήσιο φόβο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά φοβηθήκαμε μήν ἔχομε χειρότερες καταστάσεις καί τρέχαμε στήν ἐκκλησία. Τελείωσε ἡ καταιγίδα; Βάλαμε τήν ὀμπρέλα στήν ἄκρη. Ἔχει καταιγίδα; Ἀνοίγομε τήν ὀμπρέλα. Ἔτσι, ἡ στάση μας ἀπέναντι στόν Θεό εἶναι στάση ὀμπρέλας. Ἔτσι, ὅταν τά πράγματα δέν πηγαίνουν καλά, τότε ἀνοίγομε τήν ὀμπρέλα, ὅταν τά πράγματα πηγαίνουν καλά, τότε δέν χρειαζόμαστε τό Θεό. Ὁ Θεός εἶναι στή γωνία».
(Πράξεις, ὁμιλία 85η)

«Θυμᾶμαι κάτι ἐντελῶς προσωπικό, στή διάρκεια τῆς πολεμικῆς συρράξεως τό ’40 - ’41 ὅλος ὁ λαός ἔτρεχε στήν ἐκκλησία, σέ ἑσπερινούς, ὄρθρους κτλ. Καί μάλιστα θυμᾶμαι, Πάσχα γιορτάσαμε ὄχι μεσάνυχτα, γιατί ἁπλούστατα ἀπηγορεύετο ἡ κυκλοφορία ἐν καιρῷ νυκτός, καί βέβαια ἔγινε ἡ ἀκολουθία τοῦ Πάσχα τό πρωί. Καί μάλιστα, ὄχι μόνο κατά τή διάρκεια τοῦ ἑλληνο-ἰταλικοῦ πολέμου, ἀλλά καί κατά τή διάρκεια τῆς γερμανικῆς κατοχῆς».
(Ἠσαΐας, ὁμιλία 78η)

«Στήν Ἀθήνα, ἀπό τήν κατοχή, πού ἀπαγορευόταν νά γίνει τό Πάσχα τά μεσάνυχτα γιά λόγους πολεμικούς καί τά φῶτα ἀπαγορεύονταν, ὑπῆρχε συσκότιση καί ἡ προσέλευση στήν ἐκκλησία ἀπαγορευόταν, ἀφοῦ μετά τίς ἑπτά-ὀκτώ, ἀνάλογα μέ τίς καταστάσεις, ἀπαγορευόταν νά βγεῖ κανείς στούς δρόμους. Καί μετά τίς ἕξι-ἑπτά τό πρωί ἐπιτρεπόταν νά κυκλοφοροῦμε. Πῶς θά πηγαίναμε λοιπόν; Δέν ἔγινε ἡ Ἀνάσταση τά μεσάνυχτα στίς ἐκκλησίες, ἔγινε τήν Κυριακή τό πρωί, ὅπως γινόταν ἡ Λειτουργία. Θυμᾶμαι λοιπόν, εἶχαν φύγει ὅλοι οἱ δικοί μου γιά τήν ἐκκλησία, Κυριακή πρωί γιά τό Πάσχα, εἴχαμε κάτι ζωντανά, εἶχα μείνει τελευταῖος, γιά νά περιποιηθῶ τά ζωντανά καί πῆγα νά ἀνοίξω τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, γιά νά φύγω καί ἐγώ. Τί νά σᾶς πῶ! Ἀκούγεται ἕνα πατατράκ, δηλαδή ἕνας βομβαρδισμός τοῦ Τατοΐου, Κηφισιά μέναμε ἐμεῖς, κοντά συνεπῶς τό Τατόι. Ἦταν ἄλλο πρᾶγμα! Βόμβες καί ἀντιαεροπορικά. Ὁπότε, ἐκείνη τήν ὥρα ἄνοιγα τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ. Τήν ξανακλείνω, ποῦ νά βγῶ ἔξω! Τά βλήματα ἀπό τά ἀντιαεροπορικά ἔπεφταν σά βροχή. Τή νύχτα δέ, φαίνονταν κόκκινα, πυρωμένα. Ποῦ νά βγεῖς ἔξω! Πέστε μου, μποροῦσε νά ἐπηρεάζει δυσμενῶς μία τέτοια κατάσταση τῶν λαῶν πού ἔχουν πόλεμο τούς πιστούς νά λατρέψουν μέ ἐξωτερική εἰρήνη τό Θεό; Ἐδῶ ζητᾶμε μία εὐστάθεια, μία καλή λειτουργία τοῦ κόσμου».
(Κατηχήσεις Ἁγ. Κυρίλλου, ὁμιλία 194η)

«Ὁ μισθωτός δέν εἶναι ποιμένας, γιατί κοιτάζει μόνο στό θέμα τοῦ μισθοῦ (δέν τά ἔνιωσε τά πρόβατα, δέν τά ἔκανε παιδιά του), θεωρεῖ τόν λύκο ἐρχόμενο». Νά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα ἀπό τήν κατοχή. Ἤμουν μικρός, καί ἐρχόταν ἕνα θρησκευτικό περιοδικό στό σπίτι μας, καί θυμᾶμαι, ἤμαστε ὅλοι μαζεμένοι, πουθενά δέν εἴχαμε νά πᾶμε, μαζεμένοι, καί διαβάζαμε καί τήν Ἁγία Γραφή, καί διάβαζε καί τό περιοδικό. Ἐκεῖ στό κύριο ἄρθρο του ἔλεγε -τό θυμᾶμαι σάν νά τό ἀκούω τώρα- ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔφυγαν ἀπό τά χωριά ἀπό τό φόβο τῶν Ἰταλῶν, τῶν Γερμανῶν, καί ἦρθαν στήν Ἀθήνα ἤ πῆγαν στίς πόλεις, καί ἔλεγε ὅτι αὐτοί ἦσαν μισθωτοί. Εἶδαν τό λύκο, ἄφησαν τά πρόβατα καί ἔφυγαν. Δέν ἔφυγε τό χωριό. Παππούλη μου, ἐσύ γιατί φεύγεις, νά σωθεῖς; Τό χωριό ἔμεινε πίσω. Βλέπετε λοιπόν ὅτι εἶναι μισθωτός. Τό θυμοῦμαι αὐτό τό ἄρθρο, δέν θά τό ξεχάσω ποτέ μου. Ἤμουν πολύ μικρότερος ἀπό πολλούς ἀπό σᾶς. «Καί ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτά, καί αὐτός φεύγει, γιατί εἶναι μισθωτός, καί δέν τόν νοιάζει τί θά γίνουν τά πρόβατα», αὐτά λέει ὁ Κύριος στόν Εὐαγγελιστή «Λουκᾶ».
(Ἀνώτερο Κατηχητικό Σχολεῖο, ὁμιλία 360ή)

«Ἡ πεῖνα, ἀγαπητοί μου, εἶναι κακός σύμβουλος. Τό ἔχω πεῖ αὐτό σέ ὅλες τίς δεκαετίες τῆς ζωῆς μου, γιατί εἶδα τί θά πεῖ πεῖνα. Κακός σύμβουλος, διότι μετέρχεται τίς πιό ἀθέμιτες καταστάσεις καί παραδίδεται στά φοβερότερα πάθη, ὅπως ἡ προδοσία, ἡ δολοφονία, ἡ πορνεία, καί οὕτω καθ’ ἑξῆς».
(Ἰεζεκιήλ, ὁμιλία 7η)

«Στίς 27 Ἀπριλίου μπῆκαν οἱ Γερμανοί στήν Ἀθήνα. Ξεχνιοῦνται αὐτά; Εἶχα δεῖ Γερμανούς νά περνοῦν ἀπό τήν Κηφισιά. Κηφισιώτης εἶμαι, στήν ὁδό Μαραθῶνος. Ἦταν μέ μοτοσικλέτες. Εἶδα τούς πρώτους Γερμανούς νά μπαίνουν, τούς εἶδα. Βουβοί. Κανείς δέν τούς πείραξε. Τίποτε, βουβοί. Καί τότε, τό ’41, τόν Ἀπρίλιο πού μπῆκαν, τό καλοκαίρι τοῦ ’41, εἴχαμε τρόφιμα ἀκόμη. Κατά τόν Ἰταλικό πόλεμο δέν εἴχαμε. Δελτίο, ὅσοι θυμοῦνται. Τό καλοκαίρι τοῦ ’41 περάσαμε καλούτσικα. Πηγαίνοντας πρός τό χειμῶνα, ἀγαπητοί μου, ἦταν κάτι φοβερό! Ἄρχισε ἡ πεῖνα, ἡ πεῖνα τελείωσε τό καλοκαίρι. Δέν ὑπῆρχε πιά τίποτε … , τί νά θυμηθῶ ἀπό ἐκείνη τήν πεῖνα; Νά σᾶς πῶ ὅτι σέ κάποια περιβόλια τῆς Κηφισιᾶς καλλιεργοῦσαν κάποιες λαχανίδες, ὄχι λάχανα. Ἔκανε κάτι πολύ μεγάλες λαχανίδες, καί οἱ ἄνθρωποι ἔτρωγαν λαχανίδες! Ἔμεινε περιώνυμος ἡ λαχανίδα τοῦ ’41. Χωρίς λάδι. Ξέρετε πολύ καλά τί σημαίνει νά μήν τρῶς λάδι καί νά τρῶς μόνο χόρτα. Ἐκεῖ πού ἔβλεπες τούς ἀνθρώπους νά ἀδυνατίζουν, νά ἀδυνατίζουν, νά ἀδυνατίζουν, σέ μιά στιγμή τούς ἔβλεπες νά παχαίνουν. Δέν πάχαιναν, ἐπρήζονταν. Ἐκείνη ἡ ἔλλειψη τοῦ λαδιοῦ δημιουργοῦσε πρήξιμο. Θυμᾶμαι ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πρησμένους.
Ἀκόμη θυμᾶμαι ὅτι εἶχε πέσει μιά λίμα, «λίμα» θά πεῖ, ἀπό τό λιμοκτονῶ, τό λέει ὁ λαός: «Αὐτός λίμαξε, εἶναι λιμασμένος», θά πεῖ ἀχόρταστος. Νά μᾶς ἔδιναν πολύ φαΐ, νά φᾶμε, δέν χορταίναμε. Καί πέφτει αὐτή ἡ λίμα, πού εἶναι κυρίως στόν καιρό τῆς πείνας. Θυμᾶμαι παιδιά μικρά, ἦταν σταθμός παιδικός, Μπενάκειο λεγόταν, τοῦ Μπενάκη ἦταν, κι ἐκεῖ μάζευαν κάποια παιδιά. Τί νά τούς δώσουν σέ αὐτά τά παιδάκια; Κάθονταν τά καημένα ἐκεῖ στό πεζοδρόμιο. Ἦταν πετσί καί κόκαλο, ἄν ἔχετε δεῖ φωτογραφίες τῆς ἐποχῆς. Ἦταν ἀναρίθμητες οἱ μύγες στά μάτια τους καί δέν εἶχαν τή δύναμη νά κάνουν ἔτσι, νά διώξουν τίς μύγες. Αὐτό τό εἶδα μέ τά μάτια μου! Προσωπικά, ἀγαπητοί μου, πού ἔχω ἀρκετές ἐμπειρίες πάνω στό θέμα αὐτό, εἶδα κάποιον ἄνθρωπο, προηγεῖτο ἀπό μένα σέ ἕναν δρόμο, ἔρημος, ἦταν ἡ ὁδός Τατοΐου γιά τήν ἀκρίβεια, τόν εἶδα, δηλαδή ἦταν λίγα μέτρα πιό μπροστά μου, πού ἔτρωγε κάποιες μαῦρες σταφίδες, τίς εἶχε στήν τσέπη του τίς σταφίδες. Μεταξύ ἐκείνου καί ἐμοῦ ἦταν καί ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος. Κάποια στιγμή στόν πρῶτο πού ἔτρωγε τίς σταφίδες ἔπεσε μία μόνη σταφίδα. Ὁ ἀπό πίσω του κάνει ἕνα μακροβούτι καί ἅρπαξε τή σταφίδα καί τήν ἔβαλε ἀμέσως στό στόμα του. Εἶμαι μάρτυς τοῦ πράγματος!
Ἄλλη φορά εἶδα κάποιον πού κάπνιζε. Βέβαια, θυμοῦμαι μία γνωστή μας, φιλική μας οἰκογένεια, γιατί δέν ὑπῆρχαν τσιγάρα, ἄν κατάφερνε κανείς νά πάρει ἀπό τούς Γερμανούς τσιγάρα, ἀλλά ἦταν τό πάθος. Εἶχαν ξεράνει μελιτζανόφυλλα καί τά ἔκαναν τσιγάρα, γιά νά τά καπνίζουν! Λοιπόν, ἕνας κάπνιζε ἕνα τσιγάρο. Κάποια στιγμή τελείωσε καί τό πέταξε τό τσιγάρο, νομίζω λέγεται αὐτό τό ἀποτσίγαρο γόπα. Ἔ, … πάλι ἕνας ἄλλος δίπλα, κάνει κι αὐτός ἕνα μακροβούτι καί ἅρπαξε τή γόπα καί τήν ἔβαλε στό στόμα του! Τά ἀκοῦτε; Ἀγαπητοί μου, εἶναι ἀτελείωτες οἱ ἱστορίες τῆς πείνας!
Θυμᾶμαι ὅτι ἰδίως ἐκεῖνο τόν μῆνα, ἀπό τίς 4 Δεκεμβρίου τοῦ 1944 ὥς τίς 6 Ἰανουαρίου τοῦ 1945, πού εἴχαμε τή λεγόμενη ἐπανάσταση, ἦταν κάτι φοβερό! Ἤμαστε κλεισμένοι στά σπίτια μας. Ἐπωλεῖτο στήν Ἀθήνα ἕνας τενεκές νερό μία λίρα χρυσή! Εἴχαμε κάτι ἐλάχιστα πράγματα ἐμεῖς, νά ζήσουμε, καί αὐτά τά ἐλάχιστα … εἴχαμε γύρω στίς 4 ὀκάδες σιτάρι. Δέν ξέραμε ὅμως πότε θά τελειώσει αὐτή ἡ ἱστορία καί ἔπρεπε νά τρῶμε λίγο-λίγο. Θυμᾶμαι τόν ἑαυτό μου πού πεινοῦσε, ἕνας πού πεινᾶ δέν μπορεῖ νά κοιμηθεῖ, σηκώνεται, γιά νά φάει. Ἄνοιγα τά ντουλάπια, τίποτα τά ντουλάπια! Ἐνῶ ἤξερα ὅτι δέν εἶχαν τίποτα. Ξανάπεφτα στό κρεβάτι, ποῦ νά κοιμηθῶ! Ξανασηκωνόμουν πάλι καί ξανάνοιγα τά ντουλάπια, ἀφοῦ ἤξερα ὅτι δέν ἔχουν τίποτα. Γι’ αὐτό σᾶς εἶπα ὅτι εἶναι φοβερό πράγμα ἡ πεῖνα!
Θυμηθεῖτε ἀκόμη, ἀγαπητοί, μέσα στό ἄψε-σβῆσε ἄδειασαν τά σοῦπερ μάρκετς τό 1974. Τό ἐνθυμεῖστε; Μέ τό Κυπριακό.
Θυμοῦμαι, κάποιος ἀξιωματικός εἶχε ἐπισκεφτεῖ τό μοναστήρι μας καί μᾶς ἔλεγε μιά προσωπική του ἱστορία. Ὅταν διηγεῖτο στά παιδιά του -εἶχε ἕνα ἀγοράκι μικρό, τοῦ Δημοτικοῦ-, διηγεῖτο τίς ἱστορίες τῆς κατοχῆς καί τῆς πείνας μέ τήν ἔκφραση «δέν εἴχαμε νά φᾶμε ψωμί», καί τοῦ λέει ὁ μικρός: «Καλέ πατέρα, δέν εἴχατε νά φᾶτε ψωμί, γιατί δέν τρώγατε κρέας;» [γέλια]. Αὐτό εἶναι ἐνδεικτικό, ξέρετε, ὅτι ἡ νέα γενιά δέν γνωρίζει πεῖνα, οὔτε μπορεῖ νά τό διανοηθεῖ καί νά τό φανταστεῖ. Ναί, ναί!».
(Ἰεζεκιήλ, ὁμιλία 7η)

«Ψαλμός 73ος: «Ἐλᾶτε νά σταματήσουμε ὅλες τίς γιορτές τοῦ Θεοῦ, πού γίνονται πάνω στή γῆ». Ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά μήν μποροῦμε νά γιορτάσουμε οὔτε μία γιορτή κάτω ἀπό συνθῆκες δυσάρεστες.
Κάποιες μνῆμες τῆς κατοχῆς θά ἐπανέλθουν, ἄν μοῦ τό ἐπιτρέπετε, εἶναι χρήσιμο νά ξαναγυρίζουμε καί νά θυμόμαστε. Ἐξάλλου, τό συνιστᾶ αὐτό καί ἡ Ἁγία Γραφή. Θυμᾶμαι, οἱ γυναῖκες φοροῦσαν … , παπούτσια δέν ὑπῆρχαν, φοροῦσαν τσόκαρα, δηλαδή ξύλινα παπούτσια, καί τά πόδια τους ἀπό τήν ἀναλαδιά -δέν ὑπῆρχε λάδι- ἀλλά καί τό κρύο τοῦ χειμῶνα τοῦ ’40-’42, πού δέν ὑπῆρχαν κάλτσες, ἦταν γεμάτα τά πόδια ἀπό σπυριά! Τό θυμοῦμαι, καί καμιά φορά ἔσπαζε καί κανένα λουράκι ἀπό τά τσόκαρα ἐκεῖνα. Ἦταν ἕνα θέαμα ἀπαίσιο, φοβερό! Βέβαια, θά ἐνθυμεῖστε, στήν Ἀθήνα καί ἀλλοῦ τά μαγαζιά δέν εἶχαν τίποτε, ἄδεια, μόνο ράφια! Δέν ὑπῆρχε τίποτε, κλειδωμένα ἦταν. Τά μπακάλικα δέν εἶχαν τίποτα στά ράφια. Μόνο κατά καιρούς, ὅταν μᾶς ἔδιναν κάποια βοήθεια τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, κάτι φουντούκια θυμᾶμαι, τά ἔφερναν ἀπό τήν Τουρκία καί εἶχε κάθε μερίδα … πώ, πώ, μία ὀκά! Καί θυμᾶμαι, ἤμαστε τέσσερις, πῆρα ἀπό τό μπακάλικο 4 ὀκάδες καί κάθισα στό πεζοδρόμιο καί τά ἔτρωγα. Στό πεζοδρόμιο! Ἦταν ἔρημος ὁ δρόμος, στήν ὁδό Ἐμμανουήλ Μπενάκη, στήν Κηφισιά. Εἴπαμε, ἱματισμός δέν ὑπῆρχε. Εἶχε ἐπιστρατευτεῖ ὅ,τι παλαιό. Τί βάλαμε, τί φορέσαμε, ὁ Θεός μόνο τό ξέρει! Τό στομάχι βεβαίως ἄδειο. Οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν στούς δρόμους. Στήν Κηφισιά πέθανε μόνο ἕνας ἄνθρωπος. Ὁ ταλαίπωρος, δούλευε στούς Γερμανούς, ἀλλά ἤθελε νά μαζέψει χρήματα, γιά νά παντρευτεῖ, ἤθελε νά πάρει ἔπιπλα. Βρέ ἄνθρωπε, ζῆσε … , ἔπιπλα; Μά, τί πράγματα εἶναι αὐτά! Τόν εἶδα σέ ἕνα σημεῖο ἐκεῖ, στή συμβολή Τατοΐου καί Ἐμμανουήλ Μπενάκη.
Σᾶς ἔχω πεῖ ἐκεῖνο τό φαινόμενο μέ τίς σταφίδες, τό θυμᾶστε; Πώ, πώ, πάλι στήν ὁδό Τατοΐου. Δέν εἶχε κόσμο. Ἕνας ἄνθρωπος τρώει σταφίδες, μαῦρες, μικρές, κορινθιακή σταφίδα. Τίς εἶχε μέσα στήν τσέπη καί τρώει. Τοῦ πέφτει μία σταφίδα, ἕνας ἀπό πίσω, λίγα μέτρα πιό πέρα, τήν ἐπισήμανε καί ἔκανε μακροβούτι, γιά νά τήν ἁρπάξει τή σταφίδα! Ἐγώ ἤμουν τρίτος πιό πίσω καί ἤμουν ὁ μάρτυς, πού σᾶς καταχωρίζω τήν εἴδηση αὐτή ἐνυπογράφως [γελᾶ].
Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν πέθαιναν στούς δρόμους. Τότε ἡ αὐθάδεια, δηλαδή ἡ ἀλαζονεία, εἶχε ταπεινωθεῖ. Στίς ἡμέρες μας ἡ αὐθάδεια, τώρα ἡ αὐθάδεια ἔχει κορυφωθεῖ. Ἡ αὐθάδεια, ξαναλέω, ὡς ἀλαζονεία. Ἐπιτρέψατέ μου, ἡ αὐθάδεια ἔχει καί τή σημασία τῆς ἀδιαντροπιᾶς. Λέμε: «Εἶσαι αὐθάδης», «δέν ἔχεις τό αἴσθημα τῆς ντροπῆς, τῆς αἰδοῦς». Σήμερα ἡ ἀδιαντροπιά ἔχει φτάσει σέ ὑψηλό σημεῖο. Βλέπετε τίς γυναῖκες, συνέχεια κονταίνουν τά φουστάνια, μέρα μέ τή μέρα, χρόνο μέ τό χρόνο κοντεύουν νά τά ἀφαιρέσουν ὁλότελα τά φουστάνια τους! Ποῦ θά πᾶμε, ποῦ πάει αὐτό; Καμιά πλέον ντροπή, ὅλα στή δημοσιότητα. Ἀλλά ἡ ἡμέρα τῆς ταπείνωσης δέν ἀργεῖ! Μακάρι νά βγῶ ψεύτης, δέν εἶμαι προφήτης, ἀλλά ἐγώ καί ἐσεῖς μποροῦμε νά προβλέψουμε, μέ βάση ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς καταγράφει.
Θυμᾶμαι τήν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν καί τοῦ Πειραιᾶ, ὅσοι μποροῦσαν ἐννοεῖται, ἐτρέποντο σέ φυγή μέ κάθε μέσον, ἀκόμη καί μέ νεκροφόρες, ἔμπαιναν μέσα στίς νεκροφόρες καί πήγαιναν μακριά ἀπό τόν Πειραιᾶ, μακριά ἀπό τήν Ἀθήνα, γιατί εἶχε σημειωθεῖ ἕνας βομβαρδισμός στόν Πειραιᾶ. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ Ἀθήνα δέν βομβαρδίστηκε, ὅπως καί ἡ Ρώμη, ἀπό μία συνθήκη, ἀλλά βομβαρδίστηκε ἡ Λάρισα, καί μάλιστα εἶχα ἀκούσει ἀπό τόν μακαριστό Δήμαρχο Χατζηγιάννη ὅτι εἶχε ἀδειάσει ἡ Λάρισα ἀπό ἕναν φοβερό βομβαρδισμό. Ὁ κόσμος κατέφυγε στά γύρω χωριά καί στόν Τύρναβο. Ἔτσι ἔλεγε σέ ἕνα πανηγύρι τοῦ Τυρνάβου, τοῦ ἁγίου Γεδεών, ἐκεῖ μᾶς παρέθεσε ὁ Δῆμος κάποιο τραπέζι, ἐκεῖ τά διηγεῖτο, στό τραπέζι.
Ὁμοίως θυμᾶμαι, ὅταν ἔμπαιναν οἱ Γερμανοί στήν Ἀττική, τά σπίτια ἔκλειναν, γιατί δέν ξέραμε τή διάθεσή τους, τίς προθέσεις τους. Ἐνθυμοῦμαι, σέ ἕνα σημεῖο τῆς λεωφόρου πού βρισκόμουνα, ἐνθυμοῦμαι, γιατί δούλευα σέ ἕνα μαγαζί ἐκεῖ, σέ ἕνα φαρμακεῖο, τούς πρώτους Γερμανούς μοτοσυκλετιστές, πού προηγοῦντο τῶν ἄλλων αὐτοκινήτων, πού ἔμπαιναν μέσα στήν Ἀθήνα. Ἀλλά καί στά ἔσχατα οἱ ἄνθρωποι, μή ἀνεχόμενοι τή συμπεριφορά τοῦ ἀντιχρίστου, θά καταφύγουν στίς ἐρημιές καί φυσικά θά κλείσουν τά σπίτια τους».
(Ἠσαΐας, ὁμιλία 55η)

«Θυμᾶμαι, ἀγαπητοί μου, στόν πόλεμο τοῦ ’40 μπῆκαν μέσα στήν Ἑλλάδα Ἰταλοί καί Γερμανοί καί ἀκολούθησε κατοχή. Μπῆκαν 27 Ἀπριλίου οἱ Γερμανοί στήν Ἀθήνα. Τό θυμοῦμαι αὐτό, εἶναι ἀξέχαστη ἡμερομηνία. Τό καλοκαίρι τό περάσαμε καλούτσικα τό ’41. Ἦρθε τό φθινόπωρο καί μπαίνομε στόν χειμῶνα. Ὁ φοβερός ἐκεῖνος χειμώνας τοῦ ’41! Δέν ἔφτανε τό ὅτι ἤμαστε κάτω ἀπό κατοχή, ξέσπασε μία φοβερή πεῖνα … καί δέν ἦταν αὐτό μόνο, εἴπαμε, τό ἕνα μετά τό ἄλλο ἔρχονται, δριμύτατος χειμώνας, πού πολλά χρόνια εἶχαν νά θυμηθοῦν οἱ ἄνθρωποι τόσο βαρύ χειμῶνα! Θυμᾶμαι μία ἐντελῶς συγκεκριμένη περίπτωση καί τώρα στήν Ἀθήνα, στήν Ἀττική. Εἶχα βγεῖ, νά πάω στό φοῦρνο, ἄν θέλετε, φοῦρνο ἐντός εἰσαγωγικῶν, γιά νά πάρομε ἐκεῖνα τά 15 δράμια, 20 δράμια ψωμί. Ἀλλά δέν ἦταν ψωμί. Ἦταν κάτι, πού χυλός ἦταν. Τό ἔριχναν μέσα σέ κάτι νταβᾶδες καί τούς ἔβαζαν στό φοῦρνο καί γιά νά μήν κολλήσει στόν νταβᾶ ἐκεῖνο τό κατασκεύασμα, ἔβαζαν καί μία λαδόκολλα.
Θυμᾶμαι, τό χιόνι ἦταν μέχρι τό γόνατό μου, ἔτσι πού νά μήν μπορεῖ κανείς νά βγεῖ ἀπό τό σπίτι του εὔκολα. Δέν ἦταν λοιπόν ἡ πεῖνα μόνο καί ἡ κατοχή, ἦταν καί ἡ μεγάλη, φοβερή βαρυχειμωνιά. Αὐτό θά πεῖ: «Στόν καιρό τῆς περιπετείας μας μήν ἔρθεις, νά μᾶς τιμωρήσεις περισσότερο». Νά τό λέμε αὐτό, ἀγαπητοί μου, νά τό λέμε, γιατί εἶναι πάρα πολύ σημαντικό, τό ζοῦμε!».
(Ἠσαΐας, ὁμιλία 90ή)

«Κάποτε, μέσα στήν κατοχή, εἴχαμε μερικές κότες, ἀρκετές, ὄχι μερικές. Τί ἔτρωγαν; Οἱ Γερμανοί καθάριζαν τίς πατάτες, πετοῦσαν τίς φλοῦδες, αὐτές ἐμεῖς τίς μαζεύαμε, τίς βράζαμε, ἄστε ὅτι κάναμε καί πίτες καί τρώγαμε, ἀλλά βρασμένες μετά οἱ πατατόφλουδες εἶναι μία ὡραία τροφή γιά τίς κότες. Ἄν ἔχετε καμιά φορά ὄρεξη, ρωτῆστε με, νά σᾶς πῶ περισσότερα ἀπό τά τερτίπια τῆς κατοχῆς. Ὡστόσο, τό βράδυ πού ἔκλεινα τά ζωντανά, εἴχαμε κάτι κατσίκες, κάτι κουνέλια, χορτάρι ὑπῆρχε, καί ἀνακάλυψα ὅτι ἄν σφύριζα ἤ φώναζα δυνατά, οἱ κότες ἐπάνω πού κούρνιαζαν στό ξύλο ἐνοχλοῦνταν καί τίναζαν τό κεφάλι τους. Ἐμένα αὐτό μέ διασκέδαζε καί ἄρχισα νά τραγουδάω, γιά νά βλέπω τίς κότες νά τινάζουν τό κεφάλι τους! Θά μοῦ πεῖτε, ψυχαγωγία; Ἔ … , ψυχαγωγία, πῶς νά τό κάνουμε! Νά περιποιηθῶ τά κουνέλια, νά τά φροντίσω εἶναι καί ψυχαγωγία!».
(Σειράχ, ὁμιλία 181η)

«Θυμᾶμαι ἐγώ, γέννημα-θρέμμα, κάτοικος Κηφισιᾶς. Ἡ Κηφισιά, ἕνα προάστιο τῶν Ἀθηνῶν, μόλις 13 χιλιόμετρα βόρεια τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλά βέβαια ἦρθε ἡ κατοχή. Ὁλόκληρη ἡ Κηφισιά κατελήφθηκε ἀπό τούς Γερμανούς, ἐνῶ τό Μαροῦσι δίπλα μας ἀπό τούς Ἰταλούς. Ἦταν τά στρατηγεῖα τῶν Γερμανῶν στήν Κηφισιά. Ἐπειδή ἦταν μαζεμένοι σέ ἕνα μέρος αὐτοί, ἔτρωγαν πάρα πολύ καλά, δούλευαν Ἕλληνες στίς κουζίνες τους καί τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι ἀπό τά σκουπίδια τους τρώγαμε καί ἐμεῖς. Κανένας πλήν ἑνός δέν πέθανε στήν Κηφισιά ἀπό πεῖνα. Περάσαμε καλά. Πῶς; Πήγαιναν στά χωράφια, ἐκεῖ πού ὑπῆρχαν μεγάλες παραγωγές, καί ἀμέσως δέσμευαν τίς πατάτες. Ἕλληνες ἦταν στίς κουζίνες, καθάριζαν οἱ γυναῖκες τίς πατάτες καί τίς καθάριζαν πολύ χοντρά. Ζητοῦσαν τίς φλοῦδες ἀπό τίς πατάτες καί οἱ Γερμανοί τό ἐπέτρεπαν. Ἄν ὅμως ἔπαιρνες μία πατάτα, μποροῦσαν νά σέ τουφεκίσουν! Μέ τόν τρόπο αὐτό, ἐπινοητικοί πάντα οἱ Ἕλληνες, καταφέρναμε καί τά πετυχαίναμε ἔτσι. Ὁμοίως, πορτοκάλια, παίρναμε τίς φλοῦδες. Στό Σύνταγμα τῶν Ἀθηνῶν, μόλις μπῆκαν οἱ Γερμανοί, ρήμαξαν τά νεράντζια ἀπό τίς νεραντζιές. Πῶς τά ἔτρωγαν; Ἀλλά αὐτό τό θυμᾶμαι πάρα πολύ καλά, καί λέω ἐδῶ στό μοναστήρι: «Παιδιά, θά καθαρίσουμε πατάτες, θά τίς κάνουμε στό φοῦρνο, ἀλλά τά φλούδια δέν θά τά πετάξουμε, θά τά μαγειρέψουμε». Μέ κοίταξαν οἱ πατέρες, δηλαδή θά θυμηθοῦμε ἐκεῖνο πού κάναμε στήν κατοχή. Καί πράγματι, τά πλύναμε πολύ-πολύ καλά τά φλούδια, ὅπως κάναμε τότε, ἐδῶ πού τά λέμε, δέν ἦταν βαθιά καθαρισμένες οἱ πατάτες, τά βράσαμε, τά περάσαμε στό μῦλο τοῦ κρέατος, βγῆκε πουρές, τόν βάλαμε στό ταψί, βάλαμε λίγο λάδι, αὐτό στήν κατοχή δέν ὑπῆρχε, γιά νά μήν κολλήσει. Θυμᾶμαι, ἐγώ εἶχα χτίσει τότε ἕνα φουρνάκι μέ τοῦβλα. Καί ἐκεῖ στό φουρνάκι πού θερμαίναμε τά ξύλα βάζαμε αὐτό τό ταψί μέ τίς πατατόφλουδες. Τό ἴδιο πρᾶγμα κάναμε καί ἐδῶ, μόνο δέν ἦταν φοῦρνος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἦταν ἠλεκτρικός φοῦρνος. Βάλαμε τό ταψί, γιά νά ψήσομε τήν πατατόπιτα. Κάτι τέτοια πρέπει νά τά ἐπιχειροῦμε στά σπίτια μας μέ τά παιδιά μας, γιά νά γίνεται μία ὑπενθύμιση καί μία ἄσκηση. Μήν ξεχνᾶτε, αὐτό τό ἔκαναν οἱ Ἑβραῖοι κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔτρωγαν πικρά χόρτα καί ἄζυμο ψωμί, γιά νά θυμοῦνται τό πέρασμα τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης».
(Σειράχ, ὁμιλία 269η)

«Ἔχομε ἀποτύπωμα πτέρης, ἐγώ ἔχω ἕνα κάρβουνο, λιθάνθρακα, μιά φορά τόν βρῆκα σέ ἕνα σωρό ἀπό κάρβουνα, πού εἶχαν οἱ Γερμανοί, νά κάψουν γιά τό καζάνι τους, στήν κατοχή. Καί ὅταν τό εἶδα, παλάβωσα ἀπό τή χαρά μου, καί πῶς κάποτε ἔσπασε αὐτό καί βγῆκε ἀπό μέσα καί ἄλλη ἀποτύπωση, μέχρι οἱ ἴνες τῆς πτέρης, τῆς βοτάνης! Ὁ Θεός, ὅταν εἶπε: «Νά γίνει ἡ βοτάνη τοῦ χόρτου», ἔδωσε ἐντολή, γιατί «τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν». Παντοῦ: «Εἶπεν ὁ Θεός», «εἶπεν ὁ Θεός», «εἶπεν ὁ Θεός». Μόνο γιά τόν ἄνθρωπο δέν εἶπε ὁ Θεός, ἀλλά τόν κατασκευάζει».
(Κατηχήσεις Ἁγ. Κυρίλλου, ὁμιλία 127η)

«Κάποτε, στήν κατοχή τή γερμανική, ἐκεῖ στήν αὐλή μας εἶχαν φέρει οἱ Γερμανοί λιθάνθρακες γιά χρήση τῆς κουζίνας τους. Καί θυμᾶμαι, πῆγα ἐκεῖ καί σκάλιζα στά κάρβουνα, δέν ξέρω πῶς, ἔτσι, καί βρῆκα ἕνα κάρβουνο, τό ὁποῖο εἶχε μία ἀποτύπωση φτέρης. Τό ἔσπασα σέ κάποια κομμάτια καί βρῆκα πλῆθος ἀποτυπώσεις φύλλων φτέρης. Δέν ξέχασα νά σᾶς τό φέρω, νά σᾶς τό δείξω, ἀλλά θά ἦταν ἀδύνατο νά σᾶς τό δείξω, γιατί ἀπό μακριά πῶς νά σᾶς τό δείξω; Ἄν εἴχαμε ἕνα ἐπισκόπιο, τότε θά τό πρόβαλλα καί θά τό βλέπατε αὐτό. Εἶναι κάτι καταπληκτικό! Θά δεῖτε ὄχι μόνο ὁλόκληρο τό συγκρότημα τοῦ φύλλου, δηλαδή ὁ μίσχος μέ τά ἐπιμέρους φυλλαράκια στήν ἄκρη, ἀλλά καί οἱ ἴνες τῶν φύλλων τῆς φτέρης ἔχουν ἀποτυπωθεῖ πάνω στό κάρβουνο!».
(Χριστιανική Κοσμολογία, ὁμιλία 7η)

«Θυμᾶμαι στήν κατοχή, στό τραπέζι ἀφήναμε πάντα μία μπουκιά ψωμί, γιά νά εὐλογήσομε, γιατί τά τρώγαμε ὅλα, ὅ,τι ὑπῆρχε πάνω στό τραπέζι, ἦταν κατοχή. Μία μπουκιά ἔστω, γιατί; Νά εὐλογηθεῖ, καί ἔτσι ὁ Θεός νά μᾶς δώσει καί στό προσεχές τραπέζι, νά φᾶμε. Πάντως, «ἡ αὐτάρκεια καί ἡ εὐσέβεια μαζί εἶναι σπουδαῖο στοιχεῖο καί πορισμός μέγας». Πορισμός θά πεῖ πλοῦτος, μεγάλος πλοῦτος».
(Σειράχ, ὁμιλία 282η)

«Εἶμαι μάρτυς τοῦ φαινομένου τί σημαίνει πεῖνα τήν ἐποχή ἐκείνη τοῦ ’41. Τό θυμᾶμαι πάρα πολύ καλά ἐκείνη τήν περίοδο τί ψωμί βρίσκαμε, ἄν βρίσκαμε ψωμί! Θά σᾶς κάνω μία περιγραφή, δέν εἶναι τόσο γιά τούς μεγάλους ὅσο γιά τούς μικρούς. Καί θά παρακαλέσω, αὐτές οἱ ἀναμνήσεις εἶναι πολύ σπουδαῖες, γιά νά ἑτοιμαζόμαστε γιά τό μέλλον. Θυμᾶμαι, οἱ φοῦρνοι ἔδιναν ψωμί, τί ψωμί; Κανείς δέν ἔμαθε ποτέ τή σύνθεση αὐτοῦ τοῦ ψωμιοῦ. Ἔλεγαν ὅτι ἦταν ἀπό ξύλο, «ξυλόψωμο» τό ’λεγαν. Καλαμπόκι ἦταν; Ἕνα παράξενο πρᾶγμα ἦταν. Τό θέμα εἶναι ὅτι δέν μποροῦσε αὐτό νά πλαστεῖ, τό ἔβαζαν σέ λαμαρίνες μέσα καί ἐπειδή κολλοῦσε στόν πάτο τῆς λαμαρίνας, γι’ αὐτό τό λόγο ἔβαζαν χαρτί. Ὁπότε τό ἔκοβαν καί ὅπως ἔχομε τό φτυαράκι καί βάζομε τόν μπακλαβά, ἔτσι ἔβγαζαν τό ψωμί ἀπό ἐκεῖ μέσα μαζί μέ τό χαρτί, τό ὁποῖο δέν ἔβγαινε. Καί ποιός περίμενε νά βγάλει τό χαρτί; Τό τρώγαμε ὅπως ἦταν, καί τό ψωμί αὐτό ἦταν περί τά 30 δράμια τό ἄτομο μέ δελτίο, περίπου 100 γραμμάρια! Ἀλλά μία φορά στίς πέντε μέρες ἤ τήν ἑβδομάδα. Ὄχι κάθε μέρα. Καί ἔπρεπε νά περιμένομε ἔξω ἀπό τό φοῦρνο μέ οὐρά, γιά νά πάρομε τό ξυλόψωμο. Καί ἔπρεπε νά ἔχομε πάει πολύ πρωί, γιά νά πάρομε τό ψωμί, στή μία ἤ δύο ἡ ὥρα. Σάν χυλό τό ἔβαζαν μέσα, γιά νά ψηθεῖ, καί δέν ψηνόταν, γιατί ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ἦταν κάποιος ἀπό τούς τελευταίους τῆς οὐρᾶς, κινδύνευε νά μήν πάρει, γιατί τελείωνε. Καί καταλαβαίνετε ὅτι καθόμαστε ἐκεῖ στήν οὐρά ὧρες τῶν ὡρῶν, ὅταν μαθαίναμε ὅτι ὁ φοῦρνος δίνει ψωμί μία φορά στό πενθήμερο καί μόνο, ἐπαναλαμβάνω, 30 δράμια τό ἄτομο! Λοιπόν, τί λέτε; Αὐτά γιά τούς νεότερους, παρακαλῶ, πού παίζουν τό ψωμί τους, τό πετᾶνε, ἅμα πῆραν καί τρῶνε ἕνα σάντουιτς, καί τώρα τούς περισσεύει, χόρτασαν, δίνουν μία κλωτσιά στό ψωμί καί τό πετᾶνε! Ἄχ, παιδάκι μου, κλωτσιά στό ψωμί; Πρόκληση κατά τοῦ Θεοῦ, πρόκληση!».

Στήν ἴδια ὁμιλία: «Λέει ἕνα ρητό: «Πενία τέχνας κατεργάζεται». Ὅταν κανείς θέλει νά προχωρήσει στά πράγματα, θά βρεῖ τό μυαλό τέχνες, νά ἀξιοποιήσει τά ὑλικά, τά ὁποῖα ὑπάρχουν, καί πρέπει νά μήν τά πετάξουμε. Θυμᾶμαι, ἀγαπητοί μου, μπορεῖτε νά κρατήσετε κρέας ἐκτός ψυγείου, ἐκτός κατάψυξης, ἐκτός κονσέρβας; Ἀκοῦστε λοιπόν τί ἔκανε ἡ μητέρα μου. Ἦταν μαῦρες ἡμέρες ἐκεῖνες. Οἱ Γερμανοί ἔτρωγαν ψητό κρέας καί πετοῦσαν τά κόκαλα. Τά κόκαλα ἀπό τό ψητό κρέας ἔχουν μέσα ζουμί, καί τά ἔπαιρνε ἡ μητέρα μου καί τά ἔβαζε στό φοῦρνο, καί ἕνα κόκαλο πού ἔχει ἐπάνω ἀπομεινάρια κρέατος, ὅταν μπεῖ στό φοῦρνο μέχρι τελείας ἀφαιρέσεως ὑγρασίας, ἐπί μῆνες κρατοῦν αὐτά. Μέσα σέ μία σακούλα δέν χαλοῦν. Ἔτσι, θά μποροῦσε νά πάρει κανείς αὐτά τά κόκαλα -πού ἔτρωγαν βεβαίως τό κρέας οἱ Γερμανοί, ἐμεῖς τά κόκαλα- καί νά βράζει μερικά ἀπό αὐτά πολλή ὥρα, νά βγάζει τό ζουμί καί νά ρίχνει μέσα κάτι, πλιγούρι, ὑπῆρχε τότε ἀλεσμένο στάρι … , κάπως ἔτσι, καί νά κάνει κάτι πού εἶναι πιό δυναμωτικό ἀπό τό νά ἔβαζε σκέτο νερό. Βλέπετε; Ἄν ἔπρεπε νά καθίσω σέ μία συντροφιά, σέ ἕνα κλειστό κύκλο, νά σᾶς διηγηθῶ τί καί ποῦ καί πῶς καί πόσα … , τί νά σᾶς πῶ! Νά σᾶς πῶ ἀπό κλούβια ἀβγά, πού βγάζαμε τό μέρος πού δέν εἶχε κλουβιάσει καί τό ὑπόλοιπο τό πετούσαμε; Τί ἄλλο νά σᾶς πῶ; Νά σᾶς πῶ τίς πατατόφλουδες, πού τίς πετοῦσαν οἱ Γερμανοί; Ἀφοῦ τίς πλέναμε, τίς βράζαμε, τίς βάζαμε στό μῦλο, τίς γυρίζαμε καί βγάζαμε πουρέ. Ἐννοεῖται μέ τά φλούδια μαζί. Τίς βάζαμε σέ ἕνα ταψί, ἄν ὑπῆρχε λάδι, βάζαμε λίγο, γιά νά γίνει μία πατατόπιτα! Ἤ, νά σᾶς πῶ γιά τά πορτοκάλια πού ἔτρωγαν οἱ Γερμανοί; Ἐμεῖς τά φλούδια τά βράζαμε, ἔφευγε ἡ πικρίλα καί τά περνούσαμε ἀπό τό μῦλο. Ὁ μῦλος ἔκανε πολλές δουλειές καί βγάζαμε ἀπό ἐκεῖ ἕναν πουρέ καί βάζαμε καί λίγες σταφίδες, ἔβραζαν, ἔβραζαν, ἔβραζαν καί κάναμε γλυκό!
Ἔχω τόσα, ἔχω πολλές συνταγές τῆς πείνας, νά σᾶς πῶ. Τά ζήσαμε, τά ζήσαμε! Γι’ αὐτό τό λόγο, ἀγαπητοί μου, ἄς προσέξομε τή σπατάλη. Νά προσέξομε πάρα πολύ, ἔχομε καί ἐντολή ἀπό τόν Κύριο: «Συναγάγετε τά περισσεύματα, ἵνα μή τί ἀπώληται», ὅταν χόρτασαν οἱ 5.000: «Νά μή χαθεῖ τίποτα, οὔτε ψίχουλο!». Ὁ Κύριος χορταίνει τό λαό Του. Τό νά σηκώνεσαι ἀπό τό τραπέζι καί νά πεινᾶς εἶναι κατάρα, δέν εἶναι εὐλογία, λέει ὅμως: «Τά περισσεύματα θά τά μαζέψετε». Νά, μαθήματα! Παρακαλῶ πολύ, δέ θά πετᾶμε σπίτι μας τίποτε. Ἄν πετᾶτε, βάλτε καί αὐτό στό μυαλό σας, θά πεινάσετε! Μόνο ἄν δέν πετᾶμε, δέν θά πεινάσομε.
Ἔχω βιώματα καί ὄχι ἁπλῶς βιώματα, μέχρι ψύχωση βιώματα, γιατί τήν εἶδα κατάματα τήν πεῖνα, γιατί καί ἐγώ σέ κάποιο σημεῖο, εὐτυχῶς λίγες μέρες μόνο πείνασα. Τόν ἄλλο καιρό ὄχι, τό ’41-’42. Χάριτι Θεοῦ μέ αὐτά πού σᾶς εἶπα. Κάποια ὅμως μικρή περίοδο πείνασα, λίγες μέρες ἦταν αὐτή. Σηκωνόμουνα τή νύχτα, ἤξερα, τό ντουλάπι δέν εἶχε τίποτα, κοιτοῦσα μήπως ἔβρισκα τίποτα στό δωμάτιό μου. Ἄν κανείς πεινᾶ, δέν μπορεῖ νά κοιμηθεῖ. Σέ λίγο πάλι ξανασηκωνόμουνα, ἄναβα τό φῶς καί πάλι ξανακοιτοῦσα τό ντουλάπι, ἐνῶ ἤξερα ὅτι προηγουμένως εἶχα ξανακοιτάξει. Καί πάλι ξανακοιτοῦσα μήπως ἔβρισκα τίποτα. Αὐτό μοῦ ἔχει γίνει ὄχι ἁπλῶς βίωμα, ψύχωση! Σᾶς τό λέω, μοῦ συμβαίνει σέ κάθε μου γεῦμα, ὅταν τρώω καί λέω: «Κοίταξε τί ὡραῖο πού εἶναι αὐτό! Ὅταν ἔρθει πεῖνα, θά τό ἔχω αὐτό;». Καθαρίζομε τό φροῦτο, λέω στόν ἑαυτό μου: «Ἄν εἴχαμε πεῖνα, θά πετοῦσα τά φλούδια;». Πετᾶμε ἕνα σκουληκιασμένο ἀχλάδι, μῆλο. Ἄν ἦταν κατοχή, θά πετούσαμε τό σκουληκιασμένο; Μᾶς εἰδοποιεῖ ἡ Ἁγία Γραφή, νά θυμόμαστε τήν πεῖνα!».
(Ἀποκάλυψις, ὁμιλία 29η)

«Θυμοῦμαι κάποιον, ἐκπαιδευτικός ἦταν, μᾶς τό ἔλεγε, μακαρίτης τώρα: «Ἄχ, νά εἴχαμε μία βρυσούλα κάπου ἐδῶ, ἄν πίναμε καί χορταίναμε, νά ἀνοίγαμε καί νά ἔφευγε, καί νά ξαναπίναμε καί νά ξανατρώγαμε». Φοβερό πρᾶγμα! Εἶναι ἐκεῖνο πού γίνονταν στά χρόνια τῆς παρακμῆς τῆς Ρώμης, πού ἔτρωγαν, -μέ συγχωρεῖτε τή λέξη πού θά πῶ-, ξερνοῦσαν καί ξαναγύριζαν νά φᾶν. Εἶναι κάτι πού τό εἶδα, τό εἶδα στούς Ἄγγλους στρατιῶτες καί στούς Γερμανούς, πιό πολύ στούς Ἄγγλους στρατιῶτες, ὅταν εἶχαν ἔρθει μέ τήν ἀπελευθέρωση τοῦ ’44, τό εἶδα μέ τά μάτια μου. Ὄχι μία φορά οὔτε δύο, νά ξερνοῦν καί νά ξαναρχίζουν νά πίνουν! Εἶναι φοβερό πρᾶγμα αὐτό. Ὑπάρχει μία διαστροφή, ζῶ, γιά νά τρώω καί ὄχι τρώω, γιά νά ζῶ. Γίνεται σκοπός τῆς ζωῆς τό φαγητό καί τό ποτό, ἀπό ὅπου καί τό ὑλιστικό συμπέρασμα, πού μᾶς τό παραθέτει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τό ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι ἡδονιστές: «Φάγωμεν καί πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνῄσκομεν», δέν βαριέσαι, εἶναι ὅ,τι φᾶς καί ὅ,τι πιεῖς».
(Σειράχ, ὁμιλία 187η)

«Στόν Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, θυμᾶμαι, στό σπίτι μας τρώγαμε μία ὀκά ψωμί. Ἡ μητέρα μου ἔπαιρνε δύο ὀκάδες ψωμί κάθε μέρα. Τό ἕνα τό τρώγαμε καί τό ἄλλο κατά τή διάρκεια τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου τό ἔκανε παξιμάδια. Ἦρθε τό φοβερό ’41-’42, μπῆκαν μέσα οἱ Γερμανοί καί οἱ Ἰταλοί, καί τρώγαμε ἐκεῖνα τά παξιμαδάκια καί ἐπιζήσαμε. Τέτοιες περιπτώσεις ναί, μποροῦμε νά ἔχομε κάποια ἐφόδια στό σπίτι μας, ἀλλά εἶναι τοπικοῦ χαρακτῆρα. Πρός Θεοῦ, δέν ἔχει καμιά σχέση αὐτό πού φρόνιμοι ἄνθρωποι τό φροντίζουν νά τό ἔχουν μέ τά ἔσχατα. Εἶναι δύο διαφορετικά πράγματα, προσέξατέ το! Λυπᾶμαι, ὅταν βλέπω ἀνθρώπους νά φορτώνονται τρόφιμα γιά τίς ἔσχατες ἡμέρες ἤ χρυσάφι. Μά, εἶναι ἀνοησία, ἀγαπητοί μου! Ποῦ θά πᾶς νά ἐξαργυρώσεις τό χρυσάφι σου;».
(Σειρά Ε’, ὁμιλία 111η)

«Ὅταν ἔγινε ὁ πόλεμος τοῦ ’40, ἀπό τίς 28 Ὀκτωβρίου 1940 ὥς 27 Ἀπριλίου, πού μπῆκαν οἱ Γερμανοί στήν Ἀθήνα, βεβαίως πόλεμο εἴχαμε, ἀλλά δέν μᾶς ἔλειψαν τά τρόφιμα. Εἴχαμε νά φᾶμε, ὅλη ἡ Ἑλλάς. Μπορεῖ λίγο νά ἀκρίβυναν τά πράγματα, 2-3 δραχμές. Θυμᾶμαι, τό ψωμί τό μαῦρο εἶχε 7 δραχμές καί τό ἄσπρο 3 δραχμές ἡ ὀκά. Λίγο ἀνέβηκε. Ἐμεῖς στό σπίτι μας τρώγαμε μία ὀκά ψωμί τήν ἡμέρα. Τότε οἱ φουρναραῖοι γύριζαν μέ τό ἁμαξάκι, μέ τό ἄλογο, στά σπίτια καί πωλοῦσαν ψωμί, καί θυμᾶμαι, ἀγοράζαμε δύο ὀκάδες ψωμί. Τό ἕνα τό τρώγαμε μέσα στήν ἡμέρα, τό ἄλλο ἡ μητέρα μου τό ἔκοβε καί τό ἐξέθετε στόν ἥλιο. Ἔτσι, κάθε μέρα ἕνα ψωμί τρώγαμε, ἕνα ψωμί φυλάγαμε. Καί ὅταν ξεραίνονταν αὐτά, τά βάζαμε στά τσουβάλια καί τά βάζαμε πάνω ἀπό τήν ντουλάπα. Ὅταν ἦρθε ἡ πεῖνα, γιατί μπῆκαν οἱ Γερμανοί καί ἔπεσε πεῖνα, τότε, θυμᾶμαι, σκαρφαλώναμε στά περιπόθητα ἐκεῖνα τσουβαλάκια μέ τά παξιμάδια. Τί γλυκά ποῦ ἤσαν! Σᾶς βεβαιώνω, ἦταν «γλυκύτερα μέλιτος», γιατί ἦταν πεῖνα, ναί, ναί, ναί!».
(Ἀνώτερο Κατηχητικό Σχολεῖο, ὁμιλία 437η)

«Τόν μαυραγοριτισμό τόν εἴδαμε μέ τά ἴδια μας τά μάτια, εἶναι ἀνέντιμο πρᾶγμα, εἶναι φοβερό πρᾶγμα! Τό κρύβεις, ὁ ἄλλος πεθαίνει ἀπό τήν πεῖνα καί τοῦ ζητᾶς χρήματα. Ὅταν εἶχε ἀποκλειστεῖ στήν ἐπανάσταση τοῦ ’44 τό κεντρικό μέρος τῆς Ἀθήνας, ἐκεῖ κάπου στό Κολωνάκι, ἕνας τενεκές νερό, γιατί δέν λειτουργοῦσε τό δίκτυο ὕδρευσης, ἕνας τενεκές νερό πωλοῦνταν μία χρυσή λίρα! Ἁπλῶς σᾶς λέω κάποια πράγματα πού τά θυμᾶμαι ἀπό τήν ἐποχή ἐκείνη. Θυμᾶμαι, γιατί τό εἶχα σημειώσει σέ ἕνα ἡμερολόγιο πού κρατοῦσα. Ὅταν οἱ Γερμανοί ἔφυγαν ἀπό τήν Ἑλλάδα τό ’44, ὁ πληθωρισμός ἔφερε τίς τιμές σέ παμμέγιστα ὕψη. Ἕνα αὐγό κόστιζε 200.000.000! [γελᾶ]. Μόλις ἔφυγαν οἱ Γερμανοί καί ἀποκτήσαμε κυβέρνηση, ἔκοψαν τά 8 μηδενικά καί ἔγινε δύο δραχμές!».
(Σειράχ, ὁμιλία 222η)

«Λίγες μέρες πρίν ἐλευθερωθοῦμε, θυμᾶμαι ὅτι ἡ τιμή ἑνός ἀβγοῦ ἦταν 200.000.000! Οἱ μικροί ἀσφαλῶς λένε τώρα: «πώ, πώ, … ». Ναί, παιδιά, ἡ τιμή ἑνός ἀβγοῦ, μέ τόν πληθωρισμό τόσο ἀνέβαιναν στά 4 χρόνια οἱ τιμές, ὥστε ἡ ἀξία ἑνός ἀβγοῦ ἔφτασε τά 200.000.000. Ἴσως στά χαρτιά μου, στά κατάλοιπά μου ἐκεῖ, ἔχω ἕνα νόμισμα τῶν 200.000.000 καί γράφω σέ ἕνα ἡμερολόγιο πού ἔγραφα τότε ὅτι: «Σήμερα, 10 Ὀκτωβρίου τοῦ ’44, ἐλευθερωθήκαμε, καί ἡ τιμή ἑνός ἀβγοῦ εἶχε 200.000.000», ἔγραφα στό ἡμερολόγιό μου!».
(Βασιλειῶν Δ’, ὁμιλία 7η)

«Ἐγώ δέν σᾶς κρύπτω ὅτι στήν κατοχή ἤμαστε παρέα κάποια παιδιά, παίρναμε σακοῦλες καί ἕνα φαράσι καί μία σκούπα καί πηγαίναμε στούς δρόμους, καί πηγαίναμε σέ ἀνοικτούς χώρους πού ἔβαζαν ζωντανά καί μαζεύαμε κοπριά. Στεῖλτε τώρα τά παιδιά σας, νά μαζεύουν κοπριές ἀπό τούς δρόμους! Καί μαζεύαμε τήν κοπριά καί τή βάζαμε στό περιβόλι, νά φᾶμε καμιά ντομάτα, καμιά μελιτζάνα. Εἴχαμε ἐκεῖ ἕνα μικρό περιβόλι καί μαζεύαμε τήν κοπριά μέ τόν τρόπο αὐτό. Ἤ, πηγαίναμε στήν ἐξοχή οἰκογενειακῶς, μαζεύαμε κουκουνάρες, χόρτα κτλ. Ἦταν κατοχή, δέν ὑπῆρχε τίποτα, νά βρεῖ κανείς καί νά φάει, ὅ,τι βρίσκαμε στά χωράφια, ἔξω».
(Βασιλειῶν Γ’, ὁμιλία 17η)

«Ὅταν ξεκινοῦσε ὁ πόλεμος τοῦ ’40, ὁ πατέρας μου εἶχε ἀγοράσει δύο κότες ἀπό τό παζάρι. Τήν μία κότα τήν εἶχα υἱοθετήσει ἐγώ καί τήν ἄλλη ἡ ἀδελφή μου. Τίς κάναμε καί περίπατο! Τίς βάζαμε πάνω στό τιμόνι τοῦ ποδηλάτου, εἶχαν μάθει αὐτές, δέν ἔφευγαν, τίς ἄρεσε πολύ ἡ ποδηλατάδα! [γέλια]».
(Ἀνώτερο Κατηχητικό Σχολεῖο, ὁμιλία 440ή)

«Θυμᾶμαι τό 1940, 28 Ὀκτωβρίου, βέβαια ὁ πατέρας μου εἶχε τή δουλειά του ἐκεῖ πού ἦταν, ὅ,τι ἦταν, μπήκαμε σέ πολεμική περίοδο, οἱ δουλειές … , καί θυμᾶμαι ἡ μητέρα μου μᾶς εἶπε (δέν μᾶς τό εἶπε ὁ πατέρας μου), μᾶς εἶπε: «Παιδιά, προσέξτε, τά ἔξοδά μας θά εἶναι πάρα πολύ περιορισμένα, πόλεμο ἔχομε, ὁ μπαμπάς δέν ἔχει δουλειά». Θά ποῦμε στά παιδιά μας ὅτι: «Παιδιά, ἔχομε λίγα οἰκονομικά» κτλ., τό παιδί θά ζοριστεῖ, θά μάθει ἀπό μικρό πῶς θά κινεῖται μέ τά οἰκονομικά, μέ τά δικά του οἰκονομικά αὔριο».
(Σειράχ, ὁμιλία 234η)

«Θυμᾶμαι στήν κατοχή οἱ Γερμανοί εἶχαν φέρει ἀπό τή Ρουμανία κάτι θαυμάσιες κονσέρβες, τοῦ ἑνός κιλοῦ ἦταν, ξέρετε τί ἦταν μέσα; Ὅπως ἔσφαζαν τά ζῶα, τότε ἦταν πόλεμος, ἡ πεῖνα, καί ἐπινοοῦσαν καθετί πού θά μποροῦσε νά συντηρήσει τή ζωή. Ἐκεῖ στή Ρουμανία στά σφαγεῖα τό μάζευαν τό αἷμα καί τό ἔπηζαν, πῶς γινόταν δέν ξέρω, πάντως ἦταν πηκτό μέσα στίς κονσέρβες. Μπορῶ νά σᾶς πῶ ὅτι εἶχα δοκιμάσει ἀπό αὐτή τήν κονσέρβα [γελᾶ], ἦταν νοστιμότατη! Γιά νά σᾶς δείξω τήν περίπτωση τοῦ αἵματος, γιατί καί σήμερα αὐτό τό θέμα «αἷμα» δέν ἰσχύει ὅπως στήν Παλαιά Διαθήκη, πού ὁ νόμος ἀπαγόρευε νά τρώγεται τό κρέας πνικτό, δηλαδή χωρίς νά φεύγει τό αἷμα ἀπό τό ζῶο πού σφάζουμε».
(Σειράχ, ὁμιλία 241η)

«Καί σήμερα ἀκόμα, πολλοί λαοί, ὄχι ἄγριοι ἀλλά καί πολιτισμένοι, ἐγώ θυμοῦμαι, οἱ Γερμανοί ἐμάζευαν τό αἷμα ἀπό τά ρουμανικά σφαγεῖα, τό ἔπηζαν, τό ἔβαζαν σέ κονσέρβες, τό ἔφερναν στήν Ἑλλάδα καί ὅπου ἦσαν οἱ Γερμανοί, καί τό ἔτρωγαν. Τό θυμοῦμαι αὐτό, τό εἶχα δεῖ ἐξάλλου».
(Χριστιανική Ἀνθρωπολογία, ὁμιλία 28η)

«Τό σῶμα ἔχει ὅρια, δέν πρέπει νά ὑπερβαίνομε τά ὅρια τῶν δυνατοτήτων μας. Θυμᾶμαι, ἦταν κατοχή καί ἐμπόλεμος κατάσταση, ἦταν ὁ Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ἤμουν μικρός, ἕνα παιδάκι 13 χρόνων ἤμουν, καί κάτι θέλαμε νά φτιάξομε, ἕνα παράπηγμα, καί εἴχαμε κόψει ἕνα πεῦκο μέ τόν πατέρα μου ὁλόισιο σάν κυπαρίσσι, νά τό κάνομε σκεπή σέ ἐκεῖνο τό παράπηγμα πού εἴχαμε φτιάξει. Ἦταν βαρύ αὐτό τό δέντρο καί πολύ μακρύ. Ἔτσι ὁ πατέρας μου καί ἐγώ ἕνα πρωινό τό μεταφέραμε ἀπό ἕνα σημεῖο σέ ἕνα ἄλλο σημεῖο, ἐκεῖ πού θά φτιάχναμε τή σκεπή. Ἡ βάση ἦταν χοντρή, ἡ κορυφή πιό λεπτή. Ὁ πατέρας μου εἶχε στόν ὦμο τή βάση καί ἐγώ ἀπό πίσω εἶχα τήν ἄλλη ἄκρη αὐτοῦ τοῦ στύλου. Μιά γιαγιά, πού τή βρήκαμε στό δρόμο, λέει στόν πατέρα μου: «Ἔ, μάστορα», τό θυμᾶμαι ἐπί λέξει, «τό ξύλο εἶναι βαρύ καί τό παιδί μικρό!». Καί ὁ πατέρας μου ἀπαντάει: «Τί νά κάνομε, γιαγιά, τά πράγματα ἦρθαν ἔτσι». Πράγματι, δέν μποροῦμε νά φορτώσουμε σέ ἕνα παιδί πολλά πράγματα, δηλαδή θέλω νά καταλάβετε ὅτι τό σῶμα μας ἔχει δυνατότητες, τίς ὁποῖες δέν πρέπει νά ὑπερβεῖ. Τά κατασκευαστικά δεδομένα εἶναι τέτοια, πού δέν εἶναι ἀπεριόριστα, πρέπει νά τό καταλάβομε».
(Πνευματική Διαθήκη Τωβίτ, ὁμιλία 11η)

«Ὁ Δαβίδ ξεκίνησε μέ 600 καί φτάνει πάλι μέ 600. Ἄν ξεκινήσομε τήν ἐπαγγελματική ζωή μας μέ καρότσι, ἀγαπητοί μου, νά ἔχομε στή σκέψη ὅτι μπορεῖ νά ξαναγυρίσουμε πάλι στό καρότσι. Βεβαίως, ἡ προσωπική μου ἐργασία δέν ἦταν νά τραβάω καρότσι, ἀλλά ἔχω τραβήξει πολύ καρότσι! Ἦταν ἡ ἐποχή τέτοια, ἦταν ἡ κατοχή, πού τραβούσαμε, πολύς κόσμος τραβοῦσε καρότσι. Αὐτά τά καροτσάκια μέ σιδερένιες ρόδες, ὄχι μέ σαμπρέλες καί μέ ρουλεμάν. Ὄχι, αὐτές οἱ σιδερένιες πάνω στόν ἄξονα, γκρού-γκρού νά κάνει τό καρότσι … πράγματα μέσα, κυρίως ξύλα. Ἔχω τραβήξει πάρα πολύ καρότσι, μέ κάτι παπούτσια, πού τά εἶχα φτιάξει ἐγώ ἀπό κάτι λουριά πού εἶχαν βρεθεῖ προπολεμικά καί τά εἶχα κάνει πέδιλα, γιατί τήν ἐποχή ἐκείνη δέν ὑπῆρχαν οὔτε ροῦχα οὔτε παπούτσια στά καταστήματα τά ἐμπορικά. Τά θυμᾶστε οἱ μεγάλοι. Πόσες φορές λέγω, κάθομαι καί σκέφτομαι ὅτι μπορεῖ νά γυρίσω πάλι στό καρότσι! Ναί, μήν σᾶς κάνει ἐντύπωση, σᾶς μιλάω ἐντίμως. Μόνο αὐτό; Ἄν μέ βάλουν σέ κανένα δρόμο, νά σπάζω χαλίκι, καί αὐτό νά εἶναι ὕστερα ἀπό μία ἑβδομάδα! Μήν σᾶς κάνει καθόλου ἐντύπωση. Νά σπάζετε καί ἐσεῖς χαλίκι, ναί, ναί, σᾶς τό λέγω ἀλήθεια, δέν ξέρετε τί ἔρχεται αὔριο! Νά ἑτοιμαζόμαστε, ὥστε τουλάχιστον νά μήν μᾶς κακοφανεῖ φοβερά».
(Βασιλειῶν Β’, ὁμιλία 11η)

«Ὅταν ἤμουν 13 χρόνων καί ἔγινε ὁ πόλεμος καί φύγαμε ἀπό τό σχολεῖο, ὅταν γυρίσαμε πίσω στό σχολεῖο, ὅταν ἄνοιξαν πάλι τά σχολεῖα, τά παιδιά πού ἔκανα παρέα εἶχαν χαλάσει. Τόν καιρό πού τούς ἔκανα ἐγώ παρέα δέν εἶχαν χαλάσει. Ὅταν γυρίσαμε ξανά, εἶχαν χαλάσει. Καί πῆραν δρόμο ἄσχημο ἐκεῖνοι οἱ συμμαθητές μου. Ἐγώ ὅμως πιά δέν τούς ἔκανα παρέα, ἐπειδή ἔγινε ἡ διακοπή τοῦ σχολείου. Καί γλίτωσα! Μπορῶ ἐγώ νά τό ξεχάσω αὐτό; Γιατί δέ θά εἶχα χαλάσει κι ἐγώ, τί ἤμουνα, γιά νά μήν ἔχω χαλάσει; Μέ φύλαξε ὁ Θεός μέ ἕνα περιστατικό, τό ὁποῖο δέν ἀφοροῦσε μόνον ἐμένα, ἦταν ἕνα περιστατικό, ἀφοροῦσε τήν πατρίδα μας. Ὁ Θεός ὅμως ξέρει νά ἐργάζεται μέ ἕνα περιστατικό μύρια καλά, μύρια, βολεύει τά πράγματα! Εἶναι Παντοδύναμος, ξέρει ὅτι ἕνα περιστατικό γιά ἐκεῖνον ἔτσι θά γίνει, γιά ἐκεῖνον ἔτσι θά γίνει, καί ἔχει πιά μία ἀτομική ὑπόθεση ἕνα γενικό χαρακτῆρα, ἕνα γενικό γεγονός. Καί μέ γλίτωσε ὁ Θεός. Τό ξεχνῶ ἐγώ αὐτό; Ὅταν βλέπει κανείς ὅτι πάει μέχρι τήν ἁμαρτία καί ἐκεῖ εἶναι ἕτοιμος νά τή διαπράξει, τόν ἁρπάζει ἡ φούχτα τοῦ Θεοῦ, τοῦ λέει: «Ἔλα ἐδῶ, δέ θά πᾶς ἐκεῖ», … τό ξεχνᾶς αὐτό;».
(Δευτερονόμιο, ὁμιλία 21η)

«Ἀγώνας νά ὑπερνικήσουμε τήν ἐπιπολαιότητα καί τήν ἀκαταστασία. Δέν θά διστάσω νά σᾶς πῶ κάτι. Ἤμουν μαθητής Γυμνασίου καί ἦταν κατοχή. Ἐγώ πάντα διάβαζα μόνος μου. Δέν μποροῦσα νά διαβάσω ποτέ μέ ἄλλους, κάποια φορά βρεθήκαμε τρεῖς συμμαθητές, γιά νά διαβάσουμε. Καί ἐνῶ διαβάζαμε, ἐγώ κορόιδευα, ἔπαιζα, δέν ἔδινα καί πολλή προσοχή. Καί μοῦ λέει ἕνας ἐκ τῶν συμμαθητῶν: «Μά, ἐπιπόλαιος εἶσαι;». Θά μοῦ πεῖτε, τό θυμᾶμαι; Βεβαίως τό θυμᾶμαι. Γιατί; Γιατί μοῦ κόστισε, ἔκλαψα. Ὥστε λοιπόν ἔδωσα τήν εἰκόνα ἑνός ἐπιπολαίου ἀνθρώπου; Ἀλίμονό μου! Ναί, γι’ αὐτό σᾶς εἶπα, θά ἐπισημάνουμε καί θά διορθώνουμε».
(Σειράχ, ὁμιλία 251η)

«Ἄν εἶναι κανένας φαρμακοποιός ἐδῶ, θά λέει ποῦ μπορεῖ νά τά ξέρω … , δούλεψα ἕναν καιρό σέ φαρμακεῖο, ὅταν ἤμουν 13 χρόνων [γελᾶ], ἔγινε ὁ πόλεμος καί ὁ πατέρας μου δέν μέ ἄφηνε νά γυρίζω ἀπό ’δῶ καί ἀπό ’κεῖ, ἀλλά μέ ἔβαλε σέ ἕνα φαρμακεῖο, νά δουλέψω. Καί ἀπό ἐκεῖ, νά σᾶς πῶ τήν ἀλήθεια, εἶχα μάθει πάρα πολλά πράγματα, γιατί τό ἀφεντικό εἶχε πολλά πανεπιστημιακά βιβλία, καί ποῦ μέ ἔχανες, ποῦ μέ ἔβρισκες, ἐκεῖ, μάθαινα νά ἀσχολοῦμαι καί νά διαβάζω. Καί μάλιστα τότε ἦταν τῆς μόδας ἡ ψωραλοιφή, γιατί ὁ κόσμος τότε εἶχε ψώρα. Καί ψείρα καί ψώρα! Καί μάλιστα, ὅταν ἔδιναν τά χάρτινα χρήματα, τό ἀφεντικό μοῦ ἔλεγε: «Θανάση, βάλε τά χρήματα στό συρτάρι, γιά νά μήν τά πιάσει ψώρα!». Γιατί τά χρήματα τά χάρτινα ἦταν φορεῖς τῆς ψώρας. Ἐγώ βέβαια τά ἔπαιρνα ἀπό τήν ἀκρίτσα [γελᾶ] καί ἀμέσως πήγαινα, γιά νά πλυθῶ, ὁπότε εἶχα μάθει καί τή συνταγή τῆς ψωραλοιφῆς. Τήν ἔχω γραμμένη καί τή θυμᾶμαι, ἀλλά νά μήν πολυπραγμονῶ».
(Σειράχ, ὁμιλία 272η)

«Κάποτε δούλευα σέ ἕνα μαγαζί, μικρός ἤμουν, καί ὁ ἐφημέριος μέ γνώριζε καί μένα καί τό ἀφεντικό μου καί τούς γονεῖς μου. Λέει στή μητέρα μου: «Καλά ἔκανες καί ἔβαλες τό γιό σου, νά δουλέψει, ἀλλά, ξέρετε, νά προσέξει, νά μή μιμηθεῖ τό ἀφεντικό του!». Μόλις κηρύχτηκε ὁ πόλεμος ἐγώ μπροστά στά μάτια μου εἶδα … μία φορά ἕνας κουμπάρος αὐτοῦ τοῦ ἀφεντικοῦ, μακαρίτες ὅλοι τώρα, ἔφερε στό μαγαζί ἕνα κομμάτι κρέας. Δυσεύρετο τό κρέας μέσα στήν κατοχή. Τό εἶδε τό ἀφεντικό, ἁρπάζει ἕνα κομμάτι καί τό ρίχνει σέ ἕνα ντουλάπι μέσα. Καί μοῦ λέει: «Πήγαινέ το στό σπίτι τοῦ κουμπάρου». Ἐγώ τό εἶδα αὐτό. Βέβαια, ἐπειδή ἦταν δυσεύρετο τό κρέας, μοῦ ἔγινε ἕνα ἐρώτημα πολύ εὐγενές, μοῦ λέει ὁ κουμπάρος: «Μήπως στό δρόμο σοῦ ἔπεσε κανένα κομμάτι;». «Ἀπό μένα δέν ἔπεσε». Δέν εἶπα τίποτε ἄλλο, ὁ Θεός νά φυλάξει! Τώρα ἡ ἀπορία τί ἀπέγινε, ἄς κάνουν καλά. Δηλαδή, παίρνουμε παραδείγματα ἀρνητικά ἀπό τούς μεγαλυτέρους μας».
(Σειράχ, ὁμιλία 250ή)

«Ἐγώ κάποτε, ἀγαπητοί μου, δούλευα σέ ἕνα κατάστημα, μικρός ἤμουν, μόλις εἶχε ἀρχίσει ἡ κατοχή, καί εἶχε ἐξοικονομηθεῖ ἀπό κάποιον ἄνθρωπο κρέας, πού τό ἔφερε στό μαγαζί τοῦ ἀφεντικοῦ μου, ἦταν αὐτός μηχανικός, πλούσιος ἦταν, καί τό ἀφεντικό μου ἦταν πλούσιο. Ἀλλά, ἀκοῦστε, τί φοβερό πρᾶγμα: Τό ἔφερε ἐκεῖ, καί: «Κοίταξε», λέει στό ἀφεντικό, «ὁ μικρός, ὅταν θά ἔχει καιρό, ἄς τό πάει μέχρι τό σπίτι τό κρέας». Τό ἀφεντικό μου, ἀγαπητοί μου, ἤτανε κουμπάροι αὐτοί, ἔκλεψε ἕνα κομμάτι ἀπό τό κρέας τοῦ κουμπάρου του. Ἐγώ τό εἶδα, γιατί ἔγινε μπροστά στά μάτια μου, καί μοῦ λέει τώρα: «Τρέχα το ἐσύ». Καί μάλιστα εἶπε καί τό ἑξῆς -μακαρίτες τώρα καί οἱ δύο, Θεός σχωρέσ᾽ τους- λέει: «Ἄ, αὐτός εἶναι πλούσιος!». Καί οἱ δύο ἤτανε πλούσιοι. Καί πῆρε τό κομμάτι τό κρέας. Ἐγώ ἤμουνα μάρτυς αὐτῆς τῆς ὑπόθεσης, καί ἔφτασα στό σπίτι τοῦ κουμπάρου καί τό ἔδωσα στή γυναῖκα του. Τήν ἄλλη μέρα ἔρχεται ὁ κουμπάρος καί λέει: «Δέν μοῦ λές, Μιχάλη, μήπως τοῦ παιδιοῦ -ἦταν εὐγενέστατος ἄνθρωπος- μήπως ὁ μικρός (ἐγώ δηλαδή), ὅταν ἔφερνε τό κρέας στό δρόμο, τοῦ ἔπεσε κανένα κομμάτι;». Μέ ρωτᾶ ἐμένα: «Σοῦ ἔπεσε κανένα κομμάτι στό δρόμο;». «Ὄχι», λέω, «δέν μοῦ ἔπεσε κανένα κομμάτι στό δρόμο». «Τί νά ἔγινε, ἄραγε;». Λέει τό ἀφεντικό μου: «Ποιός ξέρει τί νά ἔγινε;». Ἐγώ ἤμουν μάρτυς τοῦ πράγματος. Τί φοβερό πρᾶγμα, ἀγαπητοί μου! Καί ἦσαν καί οἱ δύο πλούσιοι! [γέλια]».
(Δευτερονόμιο, ὁμιλία 36η)

«Ἐδῶ βλέπει κανείς τήν εὐφυΐα τοῦ χιλίαρχου, γιατί ἤθελε νά μάθει τί μυστικό τοῦ φέρνει ὁ ἀνεψιός τοῦ Παύλου. Κάποτε, μικρός, δούλευα σέ ἕνα μαγαζί, καί ἤμουν μόλις 13 χρόνων, τό 1940, εἶχε κηρυχθεῖ ὁ πόλεμος, τά σχολεῖα εἶχαν κλείσει καί ὁ πατέρας μου ὀρθῶς ποιῶν μέ ἔβαλε σέ ἕνα μαγαζί, νά δουλέψω, νά μήν κάθομαι. Πολύ καλά ἔκανε. Καί στό μαγαζί αὐτό σημειώθηκε μία κλοπή. Ἤμαστε δυό παιδιά πού δουλεύαμε, ὁ ἄλλος ἦταν κατά ἕνα χρόνο μικρότερος ἀπό μένα. Θά πῶ τά τοῦ ἑαυτοῦ μου. Μέ κάλεσαν στήν ἀστυνομία, νά μάθουν ὅ,τι μποροῦν νά μάθουν, καί ὁ ἀνακριτής βεβαίως πανέξυπνα, ὅταν πῆγα στό γραφεῖο του, ἐπάνω στό γραφεῖο εἶχε στραγαλάκια. Ἦταν στραγάλια, δέν ἦταν «τσιμπλιμποῦδες», δηλαδή περιβεβλημένα τά στραγάλια μέ ζαχαρωτό. Οἱ Μικρασιάτες τό λένε «τσιμπλιμποῦδες». Πρίν ἀρχίσει τό ἔργο του ὁ ἀνακριτής, μέ κέρασε κάποια στραγαλάκια, ἔδειχνε πολλή φιλικότητα κτλ., πανέξυπνα ἤθελε νά μέ ψαρέψει, νά μοῦ δώσει θάρρος καί νά μοῦ ἀποσπάσει ὅ,τι θά ρωτοῦσε. Ἔ, αὐτό τό πρᾶγμα εἶναι νά μπαίνεις στήν ψυχολογία τοῦ ἄλλου, γιά νά βοηθηθεῖ ὁ ἀνακριτής. Ἔτσι καί ὁ Λυσίας (ὁ χιλίαρχος), πῆρε ἀπό τό χέρι τό νεαρό καί πῆγαν κάπου παράμερα».
(Πράξεις, ὁμιλία 235η)

«Δούλευα σέ ἕνα μαγαζί, τό ἀφεντικό μου φαρμακοποιός ἦταν, μακαρίτης τώρα, πόσο τρόμαξα, ὅταν εἶδα νά μπαίνουν οἱ πρῶτοι Γερμανοί στό φαρμακεῖο, νά τούς μιλάει γερμανικά! Μάλιστα μία λέξη, τό «γκουτμόργκεν»: «καλημέρα», τό ἤξερα ἐγώ ἀγγλικά: «γκουντμόρνινγκ», γιά μία στιγμή φωνάζω: «Κυρ-Μιχάλη, δηλαδή μιλᾶτε ἐγγλέζικα; Ἀλίμονό σας!». Δέν ἤξερα ὅτι γερμανικά λέγεται ἔτσι. Καί νά χαριεντίζεται κτλ., στό σπίτι του ἀπέναντι ἔμενε ἕνας διοικητής ἐκεῖ Γερμανός, τοῦ ἔκανε τραπέζι κτλ., εἶχε γίνει γερμανόφιλος. Τί πιστεύετε, δέν ὑπάρχουν πάντοτε οἱ προσδραμόντες στόν ἐχθρό; Παντοῦ, πάντοτε, σέ κάθε κατάσταση, σέ κάθε περίπτωση. Πιστεύω τό καταλαβαίνετε. Θά ὑπάρξουν καί προσδραμόντες καί στόν ἀντίχριστο; Ἔτσι φαίνεται, μᾶς εἰδοποιεῖ ὁ Ἅγιος Κύριλλος γι’ αὐτό, ἀκοῦστε. Τό ἀποκαλύπτει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐκεῖνο πού καί ἄλλοτε σᾶς ἔχω πεῖ, μοῦ ἔχει κάνει τρομακτική ἐντύπωση ἀπό ὅλο τό Βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Δύο πράγματα μέ ἐντυπωσιάζουν, ἡ ἐπαναφορά τῆς εἰδωλολατρίας καί ὅτι θά προσκυνήσουν τόν ἀντίχριστο οἱ Χριστιανοί!».
(Κατηχήσεις Ἁγ. Κυρίλλου, ὁμιλία 105η)

«Θυμᾶμαι, παιδιά, μετά τή γερμανική κατοχή ἦρθαν στήν Ἑλλάδα βέβαια τά συμμαχικά στρατεύματα. Τί ἦταν ἐκεῖνο! Ἄν ξέρατε πῶς ἀγκαλιάσαμε ὅλους αὐτούς, καί μάλιστα τούς Ἄγγλους στρατιῶτες! Ξέρετε ἀπό αὐτό τό ἀγκάλιασμα πόσα κακά βγῆκαν; Δέν μπορῶ νά σᾶς τό πῶ. Τά ἔχω ζήσει! Καί ἐγώ ὁ ἴδιος πού σᾶς μιλάω εἶχα δείξει διάθεση ἀγκαλιάσματος. Βλέπαμε ἕναν στρατιώτη Ἄγγλο στό δρόμο, τοῦ ἀνοίγαμε κουβέντα καί χωρίς νά πολυελέγξουμε, «ἔλα στό σπίτι». Τραπεζώματα, ἐπισκέψεις, βγῆκαν πολλά κακά πράγματα, ἐννοῶ κακά ἀπό πλευρᾶς ἤθους. Δέν εἶμαι ἐχθρικά διακείμενος πρός τούς ξένους, ὄχι, ὄχι, ἀλλά ἡ Ἱστορία ὅμως δέν πρέπει νά λησμονεῖται. Αὐτούς πού τούς ἀγκαλιάσαμε, πού τούς τραπεζώσαμε, πού τούς ἀγαπήσαμε, ὕστερα ἀπό λίγο καιρό εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀπαγχόνιζαν τά Ἑλληνόπουλα στήν Κύπρο. Εἶναι αὐτοί οἱ ἴδιοι πού δημιούργησαν τήν τραγωδία στήν Κύπρο, καί τό χειρότερο, τή συντηροῦν αὐτή τήν τραγωδία τῆς Κύπρου».
(Πνευματική Διαθήκη Τωβίτ, ὁμιλία 25η)

«Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχομε αὐτή τήν ξενομανία. Δέν ξέρω, εἶναι κάτι φοβερό, τήν ἔχω ζήσει τήν ξενομανία αὐτή εὐθύς μετά τό 1940 ἤ, ἄν θέλετε, στόν πόλεμο τοῦ ’40, ὅταν ἔρχονταν ξένοι ἐδῶ, καί μετά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ ’44 ἔζησα αὐτή τήν ξενομανία τῶν Ἑλλήνων. Λίγο εἶχα καί ἐγώ, βεβαίως παιδί ἤμουν, εἶχα παρασυρθεῖ. Δέν μοῦ μένει χρόνος, νά σᾶς διηγηθῶ σέ ποιό βαθμό ἔφτασε αὐτή ἡ ξενομανία μας».
(Σειράχ, ὁμιλία 93η)

«Θυμᾶμαι μία φορά, πώ, πώ, δέν θά τήν ξεχάσω, μέχρι νά πεθάνω, ἦταν περίπτωση τρόμου! Μόλις εἶχαν μπεῖ οἱ Γερμανοί στήν Ἑλλάδα. Ἐμεῖς μέναμε σέ ἕνα μεγάλο κτῆμα, ὄχι δικό μας, ἐκεῖ ἦταν ὑπηρέτης ὁ πατέρας μου καί ἔξω ἀπό τήν μάντρα ἦταν σύρμα, ἦρθαν καί στρατοπέδευσαν Γερμανοί. Μπῆκαν Ἀπρίλιο, ἔμεναν σέ ἀντίσκηνα καί μάλιστα καί μία μουσική μπάντα ἦταν ἐκεῖ στρατοπεδευμένη, κάμποσοι Γερμανοί. Δύο κοπέλες Ἑλληνίδες ἀμέσως ἔτρεξαν ἀπό τή Νέα Ἐρυθραία Κηφισιᾶς, ἔτρεξαν καί πῆγαν νά ὑπηρετήσουν τούς Γερμανούς φαντάρους, δηλαδή ἔπεσαν στήν πορνεία. Ἔφευγαν ἀπό τό στρατόπεδο, κατά μῆκος τοῦ κτήματος, ἔπρεπε νά στρίψουν ἀπό μία γωνία τοῦ κτήματος, γιά νά πᾶνε στόν τόπο τους. Ἐκεῖ ἦταν ἡ μητέρα μου καί τίς λέγει: «Κοπέλες μου, εἶστε Ἑλληνίδες! ... ». Αὐτό τό «Ἑλληνίδες» δέν θά τό ξεχάσω, «εἶστε Ἑλληνίδες καί Χριστιανές, τρέχετε στούς Γερμανούς;». Αὐτό τούς εἶπε. Βεβαίως, ἔλεγχος. Δέν τίς εἶπε «παλιοτέτοιες καί παλιοτέτοιες». Μόνο αὐτό τό «Ἑλληνίδες καί Χριστιανές». Αὐτές προσεβλήθησαν βεβαίως, γύρισαν πίσω καί πῆγαν καί τό εἶπαν στούς Γερμανούς. Καί καταφτάνουν οἱ Γερμανοί ἔξω ἀπό τά κάγκελα μέ περίστροφα. Δέν θά τό ξεχάσω αὐτό! Δέν ξέρω ποῦ πήγαμε καί κρυφτήκαμε. Θά τό εἶχαν σέ τίποτε νά πυροβολήσουν καί νά σκοτώσουν τή μητέρα μου; Ἔλεγχος ἔγινε. Βέβαια, ἦταν ἡρωική ἡ περίπτωση, ἀλλά, θά ἔλεγε κανείς, νά μή τούς τό πεῖ; Ἀλλά νά, κινδυνεύσαμε, ἐξαφανιστήκαμε. Γι’ αὐτό, βλέπετε, ἕνας ἔλεγχος μπορεῖ νά κοστίσει πάρα πολύ».
(Σειράχ, ὁμιλία 160ή)

«Εἶναι στίς «Παροιμίες» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ἔλεγξε ἁμαρτωλό καί θά σοῦ κάνει κακό, ἐνῶ ἅμα ἐλέγξεις σοφό, αὐτός θά σέ ἀκούσει καί θά σοῦ πεῖ καί “εὐχαριστῶ”». Εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο πρᾶγμα νά τιμωρήσει ἤ νά ἐλέγξει κανείς τόν κακό ἄνθρωπο. Μιά φορά θυμᾶμαι, ἦταν γερμανική κατοχή, καί ὀργίαζαν τότε οἱ κοπέλες ἐν τοῖς πεζοδρομίοις, καί εἴχαμε δίπλα στό κτῆμα πού μέναμε μία κατασκήνωση Γερμανῶν, τότε πού πρωτοῆρθαν, Μάιος, Ἰούνιος τοῦ ’41, καί μία κοπέλα, πού ἦταν ἔξαλλη, πήγαινε στήν κατασκήνωση τῶν Γερμανῶν αὐτή, ἔφευγε ἀπό τήν κατασκήνωση καί πήγαινε στό σπίτι της. Ἦταν ἔξω ἀπό τό φράκτη, καί τῆς λέει ἡ μητέρα μου: «Παιδί μου, πρόσεξε, εἶναι ἁμαρτία αὐτό πού κάνεις, πρόσεξε δέν εἶναι καλό!». Δέν ἄκουσε κανείς τή συμβουλή, παρά μόνο ἡ μητέρα μου πού τό εἶπε καί ἡ κοπέλα πού τό ἄκουσε. Νά πεῖ κανείς ὅτι προσβλήθηκε; Τί ἔκανε αὐτή ἡ κοπέλα! Γυρίζει πίσω καί πάει καί λέει στούς Γερμανούς ὅτι ἡ μητέρα μου τήν ἔβρισε. Ἀγαπητοί μου, νά εἶναι γύρω-γύρω ἀπό τά σύρματα τοῦ κτήματος μέ τά περίστροφα Γερμανοί, δέν ξέρω ποῦ πήγαμε καί κρυφτήκαμε! Φοβερό πρᾶγμα! Καί ἀπό τότε ἀντελήφθηκα τί ἐπικίνδυνο πρᾶγμα εἶναι ἄν συμβουλέψεις ἐπ’ ἀγαθῷ, μέ ἀγαθή συνείδηση ἐσύ, νά συμβουλεύσεις κακό ἄνθρωπο!».
(Βασιλειῶν Β’, ὁμιλία 10η)

«Εἶναι κάτι πού μᾶς καταπλήσσει, πολλές φορές βρίσκομε περισσότερη ἀντρεία στίς γυναῖκες παρά στούς ἄντρες. Ναί, ἔχω ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα μέ τή μητέρα μου καί τόν πατέρα μου σ’ ἕνα περιστατικό. Πώ, πώ! Ὅσο τό θυμᾶμαι, φρικτό καί φρικτό! Μέ τούς Γερμανούς τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ μητέρα μου ἔκανε κάτι, πώ, πώ, τόλμη … , τρομάξαμε, δέν σᾶς τό λέω. Καί κάτι ἀκόμα, πού εἶπε σέ κάποιες κοπέλες, δύο τόν ἀριθμό, μόλις εἶχαν μπεῖ οἱ Γερμανοί στήν Ἑλλάδα καί εἶχαν κατασκηνώσει ἔξω στό κτῆμα, στό ὁποῖο μέναμε, σ’ ἕναν πευκῶνα. Αὐτές οἱ κοπέλες ἔτρεχαν στήν ἁμαρτία μέ τούς Γερμανούς καί ἔφευγαν ἀπό τό στρατόπεδο καί πήγαιναν στόν τόπο τους, στήν Νέα Ἑρυθραία. Λέει ἡ μητέρα μου: «Κοπέλες μου, δέν σκέπτεστε ὅτι εἶστε Χριστιανές καί Ἑλληνίδες, καί τρέχετε στούς Γερμανούς;». Ἔτρεξαν αὐτές καί τό εἶπαν στούς Γερμανούς, καί νά τρέχουν οἱ Γερμανοί μέ τά περίστροφα, κλειστήκαμε σ’ ἕνα στάβλο μέσα, γιατί τό εἶχαν σέ τίποτα νά μᾶς σκοτώσουν; Ἀνδρεία! Φαίνεται ὅτι κάπου οἱ γυναῖκες ἔχουν μία περισσότερη ἀνδρεία ἀπό τούς ἄντρες. Αὐτό δέν θά ἔπρεπε νά εἶναι ἔτσι, ἀλλά εἶναι ὅμως ἔτσι. Οἱ γυναῖκες δέν ὑπελόγισαν κίνδυνο, διέτρεχαν κίνδυνο! Οἱ μαθητές ὅμως τοῦ Χριστοῦ τόν ὑπελόγισαν τόν κίνδυνο καί σκόρπισαν, ἔλειπε ἡ ἀνδρεία!».
(Ἀνώτερο Κατηχητικό Σχολεῖο, ὁμιλία 996η)

«Καί ἄλλοτε σᾶς τό ἔχω πεῖ, διάφορα προβλήματα πού ἀπασχολοῦν τήν ἐφηβεία, βέβαια δέν ὑπῆρχε κανείς πού θά συμβουλεύσει, ἦταν κατοχή. Ποιός θά συμβουλεύσει, ὁ καθένας κοιτοῦσε μόνο νά ζήσει. Ἦταν ἡ ἐπιβίωση, ὄχι ἡ εὖ βίωση, ὄχι γιά νά ζήσεις πνευματικά, ἁπλῶς νά ζήσεις. Ἐμένα μέ ἐνδιέφερε γύρω στά 16 μου πάρα πολύ τό θέμα, καί τότε εἶπα ἁπλά, πολύ ἁπλά: «Θά ἀνοίξω τήν Ἁγία Γραφή». Ἐπειδή δέ ἡ Ἁγία Γραφή ὑπῆρχε στό σπίτι μας, ἄρχισα νά τή διαβάζω. Πανάθλια τά ἀρχαῖα μου βεβαίως τότε, τί καταλάβαινα, τέλος πάντων, καί ἄρχισα νά μελετῶ, νά διαβάζω μέρα-νύχτα καί ἔφτασα κάπου καί βρῆκα τήν ἀπάντηση. Ἐκεῖνο τό θαυμάσιο στήν «Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή» (τήν ἔπιασα ἀπό τήν ἀρχή τήν Ἁγία Γραφή): «Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι καί ἡ κοίτη ἀμίαντος, πόρνους δέ καί μοιχούς κρινεῖ ὁ Θεός». Γιά μένα ἦταν ἡ ἀπάντηση, τελείωσε, πάει! Ἔπρεπε νά μείνω μακριά ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίζετο ἁμαρτία, χωρίς βεβαίως ἡ ἐποχή μου νά χαρακτηρίζει ἁμαρτία τήν ἀνηθικότητα, ὅπως καί σήμερα πολύ περισσότερο. Ἀγαπητοί μου, ξέρετε τί εἶπα; «Τό λέγει ὁ Θεός, καί ὁ Θεός ξέρει πιό πολλά ἀπό τή μάνα μου καί τόν πατέρα μου», πού βεβαίως δέν μοῦ εἶχαν πεῖ τίποτα, «καί ἀπό τήν κοινωνία», ἡ ὁποία μποροῦσε νά λέγει ἐκεῖνα, τά ὁποῖα μποροῦσε νά λέγει. «Ὁ Θεός ξέρει πιό πολλά, θά ἀκούσω τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Τελείωσε, πάει!». Κοιτάξτε, ἁπλά, τόσο ἁπλά, ὅπως ἁπλά σᾶς τό περιγράφω τώρα. Καί σώθηκα. Ὁ καθένας σας ἄς τό πεῖ, σᾶς παρακαλῶ, σᾶς ἱκετεύω, εἶναι δοκιμασμένο πρᾶγμα: «Τό λέει ὁ Θεός, καί ἀφοῦ τό λέγει ὁ Θεός, τελείωσε!». Αὐτό εἶναι ὅλο. Ὅλοι οἱ ἄλλοι λαβυρινθώδεις λογισμοί νά πᾶνε στήν ἄκρη, δέν μᾶς χρειάζονται. Αὐτό εἶναι ἀρκετό μόνο: ἡ ἐμπιστοσύνη στό λόγο τοῦ Θεοῦ. Θά πάρομε ὀρθή ἀπάντηση, γιατί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀξιόπιστος, εἶναι ὀρθός καί ἔχει ζωή».
(Σειράχ, ὁμιλία 11η)

«Ἀγαπητοί μου, στά 16 μου χρόνια εἶχα πολλές ἀπορίες, ὅπως ἕνας ἔφηβος. Ἦταν κατοχή καί ὅλοι φρόντιζαν γιά τήν ἐπιβίωση. Δέν εἶχαν καιρό νά σοῦ λένε οὔτε οἱ γονεῖς. Ἔτσι ἔμενα χωρίς ἀπάντηση στίς ἀπορίες μου. Καί ξέρετε, τότε ντρεπόμαστε νά ποῦμε τίς ἀπορίες μας, ἐδῶ πού τά λέμε. Ἄρχισα νά μελετῶ τήν Ἁγία Γραφή μέ μία ἁπλή σκέψη: «Αὐτό πού θά βρῶ θά εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί μοῦ εἶναι ἀρκετό». Ἀπό νύκτα σέ νύκτα διάβαζα ὥς τίς 3 τό πρωί καί βρῆκα στήν «Πρός Ἑβραίους» «Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι … ». Πῆρα τήν ἀπάντησή μου καί τί εἶπα πολύ ἁπλά; «Τό λέει ὁ Θεός, καί ἀφοῦ τό λέει ὁ Θεός, αὐτό θά κάνω», καί σώθηκα. Ἀγαπητοί μου, σώθηκα».
(Σειράχ, ὁμιλία 250ή)

«Θυμᾶμαι, στόν Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο κάποιος Ἑβραῖος ἤθελε νά ξεφύγει ἀπό τή Γερμανία καί εἶχε πολλές χρυσές λίρες. Αὐτός τίς ἔχυσε σέ χυτήριο καί τίς ἔκανε φτερά τοῦ αὐτοκινήτου. Πέρασε καί μία μπογιά ἀπό πάνω, γιά νά φύγει. Ἀλίμονο γι’ αὐτόν, τόν ἔπιασαν, γι’ αὐτό καί ἔγινε γνωστή αὐτή ἡ ἱστορία».
(Σειράχ, ὁμιλία 138η)

«Προκειμένου νά κατακτηθεῖ ὁ πλοῦτος, τό κεφάλαιο, χρησιμοποιήθηκε ἡ βία. Ἡ βία στόν αἰῶνα μας εἶναι φαινόμενο καί οἱ ἐπαναστάσεις, καί ἀκόμα ὑπεσκάφθη ὁ φθόνος καί τό μῖσος, πού ἔκφρασις τοῦ φθόνου καί τοῦ μίσους, φθόνος εἶναι ζηλεύω τά ἀγαθά σου καί μῖσος εἶναι ὅτι θά βοηθήσει τώρα ὁ φθόνος μου νά ἀποκτήσω τά δικά σου ἀγαθά, γιατί ἄν δέν ἔχω μῖσος, πῶς θά σέ ὑποσκελίσω, γιά νά πραγματώσω τόν πόθο, πού εἶναι φθόνος; Ἐκφράσεις αὐτῶν τῶν καταστάσεων τῶν ψυχικῶν τοῦ φθόνου καί τοῦ μίσους εἶναι ἡ γροθιά, εἶναι σύμβολο ἡ γροθιά, καταλαβαίνετε, πιστεύω, πολλά πράγματα, τά μάτια πού βγάζουν σπίθες, μάτι πού σέ βλέπει, ἤ φωτογραφίες εἶναι ἤ διάφορα σκίτσα, καί τά δόντια πού τρίζουν! Ὅσο γιά τά δόντια πού τρίζουν, ἔχω ἐγώ μία προσωπική ἐμπειρία πρό πολλῶν-πολλῶν ἐτῶν, τό 1944, φρικτή καί φοβερή, ποτέ δέν θά τήν ξεχάσω, μέχρι πού νά πεθάνω αὐτή τήν ἐμπειρία τῶν τριζομένων δοντιῶν. Φοβερό πρᾶγμα, φοβερό! Ὅπως καί λέγει ἕνας σύγχρονος διανοούμενος Χριστιανός, πού ἔφυγε ἀπό τή Ρωσία στή Δύση: «Τί ἐπέτυχε», λέγει, «ὁ μαρξισμός, παρά νά ἁπλώσει σέ ὅλο τόν κόσμο τό φθόνο καί τό μῖσος; Αὐτό ἐπέτυχε!». Ἀντί νά ἔχομε τήν ἀγάπη, ξέρετε ὅτι ἡ ἀγάπη θεωρεῖται ἀδυναμία καί σάν ἀδυναμία πρέπει νά παραμερίζεται, γιατί μέ τήν ἀγάπη δέν πετυχαίνεις τίποτα!!!».
(Σειράχ, ὁμιλία 82η)

«Οἱ ἄνθρωποι κυριολεκτικά ἀφρίζουν! «Τρίζει τά δόντια του», λέει ὁ πατέρας γιά τό δαιμονισμένο παιδί του. Αὐτό τό «τρίζει τά δόντια του», ὤχ, … ἔχω καί μία φοβερή ἀνάμνηση ἐγώ προσωπικά. Ἦταν ἡ παραμονή τῆς Ἁγίας Βαρβάρας τό 1944. Ἐγώ μέ τήν ἀδελφή μου πήγαμε στήν ἐκκλησία, ἦταν στή Γλυκόβρυση, ὅσοι εἶναι Ἀθηναῖοι τήν ξέρουν, πήγαμε νά προσκυνήσουμε στό πανηγύρι στόν Ἑσπερινό. Ὅταν γυρίζαμε, κινοῦνταν ἄνθρωποι μέ καροτσάκια, πού κουβαλοῦσαν ξύλα κτλ. Τί νά πῶ; Ὅτι ἐγώ καί ἡ ἀδελφή μου ἤμαστε ντυμένοι πλουσιοπάροχα, ὡραῖα, ἀρχοντικά; Ὄχι, ἁπλά ροῦχα φορούσαμε. Πῶς μᾶς ἐξέλαβαν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, πού μᾶς ἔβλεπαν στό δρόμο, βέβαια ξέσπασε ἡ ἐπανάσταση τοῦ ’44 … , πῶς μᾶς ἐξέλαβαν; Μᾶς ἔβλεπαν, ἀγαπητοί μου, κι ἔτριζαν τά δόντια τους οἱ ἄνθρωποι, δηλαδή ἐκεῖνο: «Ἄχ, τί θά σᾶς κάνομε!». Μάγειρας ἦταν ὁ πατέρας μου, δέν ἤμαστε πλουτοκράτες, δέν ἤμαστε βιομήχανοι, γιατί, κύριοι, τρίζετε τά δόντια σας; Γιατί εἶστε δαιμονισμένοι! Ἀλλά μήν μείνω περισσότερο σέ αὐτό, γιατί ἔχει θλιβερές εἰκόνες καί πτυχές!».
(Σειρά Β’, ὁμιλία 456η, β΄)

«Ἀγαπητοί μου, πρέπει νά τό πῶ καί αὐτό τό πρᾶγμα, σέ καταστάσεις ἀνώμαλες καί οἱ πιό ἁπλοί ἄνθρωποι κάποτε παίρνουν μαχαίρι στά χέρια τους, καί δέν πρόκειται περί πολέμου, πού θά ἀμυνθοῦμε, ἀλλά πρόκειται περί ἀνωμάλων καταστάσεων, πού κάποτε τό χέρι μας ὁπλίζεται μέ μαχαίρι ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ. Εἶναι κάτι πού τό ἔχομε δεῖ. Ἤμουν 17 χρόνων, ὅταν εἶδα συμμαθητή μου ἀπό τό σχολεῖο μέ ὅπλο στήν πλάτη νά ὁδηγεῖ αἰχμαλώτους κάπου κτλ., καί ἅμα τόν εἶδα … , τότε γινόταν ἕνας πολυβολισμός μέ τά ἀεροπλάνα, καί εἶχαν πέσει αὐτοί στήν μάντρα τοῦ κτήματος πού μέναμε, μάντρα ἀπό σύρματα. Καί ἔπεσαν ἐκεῖ στήν μάντρα, γιά νά γλιτώσουν τόν πολυβολισμό. Ἐκεῖ στήν μάντρα ἦταν καί τό σπίτι μας, καί φυσικά βγῆκα. Λέω: «Στέλιο;». Τίποτα ἄλλο δέν εἶπα. «Στέλιο;». Μέ κοίταξε μέ ἕνα ἄγριο μάτι! Θεέ μου, ἦταν φοβερό πρᾶγμα, μιά στιγμή πού δέν θά τήν ξεχάσω ποτέ! Ἀκόμη δέν εἴχαμε βγάλει τό Γυμνάσιο, καί αὐτός ὁ συμμαθητής μου εἶχε ὁπλιστεῖ μέ μαχαίρι! Γι’ αὐτό, νά μᾶς φυλάει ὁ Θεός! Πάντα νά αἰσθανόμεθα ὅτι ὁ φόνος εἶναι βαρύτατο ἁμάρτημα!».
(Γένεσις, ὁμιλία 2η)

«Ἦταν ὁ πρῶτος χρόνος τῆς κατοχῆς καί ὑπῆρχε σκληρή πεῖνα. Τουλάχιστον ἡ Ἀθήνα πέθαινε πραγματικά! Αὐτό συνέβη ἐδῶ στή Θεσσαλία, μοῦ τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος πού τοῦ συνέβη αὐτό τό περιστατικό. Εἶχε ἕνα μικρό κῆπο στό σπίτι του καί εἶχε κάποιες ντομάτες. Περνάει ἕνα παιδί καί τοῦ λέει: «Θεῖε (ὅπως λένε ἐδῶ τά παιδιά τούς μεγαλυτέρους), θεῖε, δῶσε μου μία ντομάτα, γιατί πεθαίνω ἀπό τήν πεῖνα!». Τοῦ ἔδωσε μία ντομάτα, πιθανῶς νά τοῦ ἔδωσε καί τίποτε ἄλλο, νά φάει τό παιδί αὐτό. Ποῦ νά θυμόταν τώρα ὅτι αὐτός ἔδωσε μία ντομάτα! Πέρασε ὁ καιρός, πέρασαν κάποια λίγα χρόνια. Αὐτός ἦταν 14-15 χρόνων, κάπου ἐκεῖ. Πέρασαν μερικά χρόνια πάλι, δύσκολα χρόνια γιά τήν πατρίδα μας, ἦταν τότε ὁ γνωστός ἀνταρτοπόλεμος. Τόν ἄνθρωπο αὐτόν τόν συνέλαβαν, μή ρωτήσετε γιατί, ἦταν ὁ ἐμφύλιος, μία πολύ ἀνακατεμένη κατάσταση, καί τόν εἶχαν γιά τουφέκι. Ἔβαλαν πολλούς γιά τουφέκι, μεταξύ αὐτῶν καί αὐτός. Κάποια στιγμή ἕνας ἀντάρτης πλησιάζει αὐτόν τόν ἄνθρωπο καί τοῦ λέει: «Ἔλα ἐδῶ, μαζί μου». Τόν ἔβγαλε ἀπό τήν γραμμή, πού τούς εἶχαν ἕτοιμους γιά ἐκτέλεση. Τόν πῆρε κάπου καί τοῦ λέει: «Μέ γνωρίζεις;». «Ὄχι», λέει αὐτός. «Ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνο τό παιδί, πού μοῦ ἔδωσες μία ντομάτα τότε. Ἄν δέν τήν ἔτρωγα ἐκείνη τήν ντομάτα, θά εἶχα πεθάνει». Καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἔσωσε τή ζωή του. Εἴδατε; Μία ντομάτα ἔδωσε. Καί αὐτό ὁ Θεός τοῦ τό ἀνταπέδωσε! «Θησαυρίζεις θησαυρόν ἐν καιρῷ ἀνάγκης». Θά τό δοῦμε τήν ἐρχόμενη φορά αὐτό. Καί στήν πεῖνα μποροῦμε νά δώσουμε, καί μοῦ τό ἔλεγε, προσέξτε, ὁ ἴδιος!».
(Πνευματική Διαθήκη Τωβίτ, ὁμιλία 7η)
«Δέν θά τό ξεχάσω, μά δέν θά τό ξεχάσω, λίγες μέρες πρό τῆς 28ης Ὀκτωβρίου σέ ἕνα κέντρο διασκέδασης λαϊκοῦ τύπου εἶχε κληθεῖ ὁ τότε Μεταξᾶς καί ὁ τότε πρέσβης τῆς Ἰταλίας, γιά νά διαδηλώσουν, ἐγώ τούς εἶδα, μικρά παιδάκια ἤμαστε, ἔξω ἀπό τά κάγκελα τοῦ κέντρου αὐτοῦ τούς βλέπαμε, τί γινόταν ἐκεῖ, γιά νά διαδηλώσουν οἱ Ἰταλοί τήν καλή γειτονία τους! Λίγες μέρες μετά οἱ Ἰταλοί ξεκίνησαν τόν πόλεμο ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας!».
(Σειράχ, ὁμιλία 172η)
«Μόλις σημειώθηκε τό φῶς, πού τούς περιέστραψε, ὁ Σαῦλος ἔπεσε πρηνής, δηλαδή μέ τό πρόσωπο στή γῆ. Τό ἴδιο πρᾶγμα καί οἱ συνοδοί του. Θυμᾶμαι κάποτε, ἔπεσε μία βόμβα ἐπί κατοχῆς πολύ κοντά μας, λίγο πρίν μπῶ στό καταφύγιο. Τί ἦταν ἐκεῖνο τό φοβερό; Ἐκείνη ἡ λάμψη! Δέν ξέρω πῶς βρέθηκα μέσα στό καταφύγιο. Βρέθηκα μέ τό κεφάλι πρός τά κάτω νά κινοῦμαι. Ὅταν κανείς δεῖ τέτοια ἐκπληκτικά πράγματα, δέν μπορεῖ τίποτα νά περιγράψει, εἶναι τόσο βίαια αὐτά! Τό ἴδιο συνέβη στόν Σαῦλο καί τή συνοδεία του».
(Πράξεις, ὁμιλία 91η)

«Τότε, μέ τόν ἑλληνοϊταλικό πόλεμο, θυμᾶμαι, στούς τοίχους ἔβαζαν κάτι πελώριες ἀφίσες, ἦταν ἕνας πελώριος τοῖχος, πίσω ἀπό τόν τοῖχο ἦταν ἕνας πού κρυφάκουγε καί ἔλεγε: «Προσέξτε, μή λέτε τίποτα, μή μιλᾶτε (ἐννοεῖται πολεμικῆς φύσεως πράγματα, θέματα), γιατί καί οἱ τοῖχοι ἔχουν αὐτιά!». Πράγματι, καί οἱ τοῖχοι ἔχουν αὐτιά, ὁ ἀνεψιός τοῦ Παύλου ἄκουσε τή συνωμοσία ἐναντίον τοῦ θείου του καί τόν εἰδοποίησε, νά προφυλαχτεῖ».
(Πράξεις, ὁμιλία 234η)

«Ὅταν ἔφτασε μετά τό σπάσιμο τοῦ μετώπου ἕνας θεῖος μου στό σπίτι, πού ἦρθε ἀπό τήν Ἄρτα ἕως τήν Ἀθήνα περίπου μέ τά πόδια, τρεῖς μέρες κοιμόταν, ἀγαπητοί μου. Τρεῖς μέρες δέν τόν εἴδαμε, δέν τόν χαιρετήσαμε! Ἔτρωγε λίγο καί ξανακοιμόταν πάλι, γιά νά συνέλθει. Γιά νά τό καταλάβομε καί καλύτερα, ὅταν οἱ μαθητές πῆγαν στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ καί τούς ἔπιασε ὁ ὕπνος, πού τούς ἔλεγε ὁ Κύριος: «Δέν μπορεῖτε νά μείνετε ξυπνητοί λίγη ὥρα», γιατί τούς ἔπιασε ὁ ὕπνος; Ἦταν ἡ κόπωση καί ἡ λύπη! Αὐτά τά δύο συντελοῦν στό νά κοιμηθεῖ κανείς βαθιά. Εἶναι ὅμως εὐεργετικό, ξέρετε. Γιατί μέ τόν τρόπο αὐτό ξεκουράζεται ὁ ἄνθρωπος καί συνέρχεται. Ἐγώ θά σᾶς ἔλεγα ὅτι ὅταν ἔχετε κάποια θλίψη, κόπωση ἐννοεῖται καί λύπη, φροντίστε νά σᾶς πάρει ὁ ὕπνος, νά κοιμηθεῖτε. Ὅταν ξυπνήσετε, θά ἔχει ἀλλάξει ἡ διάθεσή σας. Εἶναι παρατηρημένο αὐτό. Καί φροντίστε νά ἔχετε τέτοια ψυχή, ἄν ἐπιτρέπεται νά τό λέω τώρα ἔτσι, ὥστε ὕστερα ἀπό ἕναν ὕπνο νά ἀλλάζει ἡ διάθεσή σας ἀπό κάτι τό λυπηρό. Εἶναι πάρα πολύ ἀναγκαῖο!».
(Βασιλειῶν Γ’, ὁμιλία 21η)

«Στόν πόλεμο τοῦ ’40-’44 ἕνας κυβερνήτης ἑνός ὑποβρυχίου, τό θυμᾶμαι τό ὄνομά του, ἦταν καί πελάτης μας, δέν θά τό πῶ ὅμως τό ὄνομά του, τί ἔκανε, ξέρετε; Ἔδωσε οἰνοπνευματῶδες ποτό στούς ναῦτες, περίπου τούς μέθυσε, γιά νά πᾶνε, νά τορπιλίσουν ἕνα ἰταλικό καράβι, καί τό πέτυχαν! Τό ὑποβρύχιο λεγόταν «Παπανικολῆς», θά τό θυμοῦνται οἱ παλαιότεροι. Ἄς μήν πῶ τό ὄνομα τοῦ κυβερνήτη. Ἐδῶ τό κρασί ἦταν, γιά νά ὑπερνικήσουν τή δειλία τους καί νά στραφοῦν στόν τορπιλισμό».
(Σειράχ, ὁμιλία 246η)

«Ἔχομε παιδιά λογικά καί συνετά ἀπό γέννησή τους. Ναί, θυμᾶμαι γύρω στό ’40 εἶχα συναντήσει ἕνα παιδί 8-9 χρόνων, ἄγνωστό μου ἦταν. Θυμᾶμαι τότε μοίραζαν ψωμί, δέν εἶχε ἀρχίσει ἡ πεῖνα, ἀλλά ἡ πολιτεία μοίραζε ψωμί. Καί μαζευόμαστε ἐκεῖ σέ ἕνα γυμναστήριο, καί κάθε οἰκογένεια ἔπαιρνε ἕνα καρβέλι, μία ὀκά. Θυμᾶμαι αὐτό τό παιδί, τό ἔβλεπα κάθε μέρα, κάθε μέρα τό ἔβλεπα. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ σύνεσή του, τό ὕφος του, τά λόγια του, καί ἔλεγα, θά ἤθελα να μάθω ἄν μεγάλωνε τό παιδί αὐτό τί θά γινόταν. Βέβαια, δέν τό ξαναεῖδα τό παιδί αὐτό. Μπῆκαν οἱ Ἰταλοί, οἱ Γερμανοί, τελείωσε ὁ πόλεμος, δέν τό ξαναεῖδα τό παιδί αὐτό. Εἶχα ὅμως τήν ἀπορία, γιατί εἶχε ἔκδηλα σημάδια σύνεσης καί μέ εἶχε ἐντυπωσιάσει. Ἦταν, ὅπως λέγεται, παιδαριογέρων, δηλαδή εἶχε μυαλό γέροντος ἀνθρώπου, ἐνῶ ἦταν παιδί. Καί βέβαια, ὅταν ἕνα παιδί ἔχει ἀπό κατασκευή του αὐτή τή σύνεση, ὅπως εἶναι καί τό ἀντίστροφο, νά ἔχομε παλαβά παιδιά ἀπό κατασκευή τους. Εἶναι κάτι φοβερό! Λυπᾶμαι τούς γονεῖς, ἄν ἔκαναν τέτοια παιδιά. Ἄν ἔχομε ἕνα τέτοιο παιδί μέ σύνεση φυσική, τότε ἡ ἀγωγή θά ἀσκήσει πολύ σπουδαῖο ρόλο πάνω στή ζωή του».
(Σειράχ, ὁμιλία 218η)
ΠΗΓΗ : "ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ :  Αὐτοβιογραφικές ἀναφορές
μέσα ἀπό 3500 ὁμιλίες του, ΤΟΜΟΣ Α', Ἐπιμέλεια Παντελῆς Γκίνης,  Λάρισα, 2012.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...